Σάββατο, 4 Απριλίου 2015

ΠΡΟΣ ΓΝΩΣΗ, ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗ, ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗ ΚΑΙ ΕΚΤΟΝΩΣΗ.



Με αφορμή τα μέζεα του Ζουράρι, μπήκα στον πειρασμό να ψάξω για αρχαίες ελληνικές βρισιές. Μάζεψα μπόλικα και αυτά που μου άρεσαν σου τα παρουσιάζω.

Ανέκαθεν έβρισκα ως δείκτη υψηλής ευφυίας και χιούμορ την ικανότητα να αντικαθιστά κάποιος τη βωμολοχία με άλλες λέξεις.

Για το ιστορικόν του θέματος να σου πω πως η βωμολοχία σημαίνει βρισιά, χυδαιότητα, απρεπής λέξη, αισχρολογία και η ιστορική της προέλευση έχει την εξής πηγή: 

«Ο επαίτης, ανυπόμονος, θρασύς και πεινασμένος, ζητούσε με πιεστικό τρόπο μερίδα και ως εκ τούτου, επιτίθετο λεκτικά στον τελεστή της θυσίας χρησιμοποιώντας αισχρές εκφράσεις. Άρχιζε τότε μία απρεπής και μη κόσμια συνομιλία μεταξύ επαίτη και υπεύθυνου των θυσιών, που κατέληγε σε χυδαίες εκφράσεις και τσακωμούς.   Αυτή η αισχρή και χυδαία στιχομυθία, ονομάστηκε βωμολοχία.   Βωμολόχος είναι λοιπόν ο περί τους βωμούς λοχών (παραμονεύων, ενεδρεύων) επαίτης, με σκοπό να λάβει κάτι από τα κρέατα των θυσιών».

Θα προσπαθήσω να υιοθετήσω όσα περισσότερα μπορώ με σκοπό μια μέρα να μη βρίζω καθόλου!

Ζουράρις: «Μας έχουν πρήξει τα μέζεα του στεατοπυγικού μας υποσυστήματος»

ΑΒΡΟΒΑΤΗΣ: Θηλυπρεπής άνδρας με γυναικείο βάδισμα [αβροβάτης = αβρός(τρυφερός) + βαίνω (προχωρώ, εισέρχομαι)

ΑΓΕΛΑΙΟΣ : Χυδαίος, μέλος αγέλης [ΣΣ suspect: Αυτό κολλάει πολύ καλά με τη λέξη όχλος:  Αγελαίος όχλος]

ΑΜΑΡΕΥΜΑ:  Κατακάθι της κοινωνίας (ουσιαστικό: αμάρα = χαντάκι) 

ΒΔΕΛΥΓΜΑ : Σίχαμα 

ΔΡΟΜΑΣ: Πόρνη του δρόμου [δρομάς = δρόμος]

ΈΚΦΑΥΛΟΣ : Ξευτιλισμένος

ΕΥΠΥΓΟΣ: Γυναίκα με ωραία οπίσθια [εύπυγος = ευ + πυγή ]

ΘΛΑΔΙΑΣ : Ευνούχος

ΚΑΣΣΩΡΙΣ: Πόρνη [κασσωρίς = από το κάσις (αδελφός, εταίρος)]

ΚΑΤΑΔΑΚΤΥΛΙΖΟΜΕΝΟΣ : Αυτός που βάζει δάκτυλο στον ποπό του.

ΚΟΒΑΛΟΣ: Παράσιτο, παλιοτόμαρο

ΚΟΠΡΕΙΟΣ: Τιποτένιος

ΜΑΨ: Ανόητος. [ΣΣ Suspect : Τη λέμε και  σήμερα: Μάπας ]

ΜΙΑΣΤΩΡ: Σιχαμένος, μίασμα

ΜΥΖΟΥΡΙΣ: Γυναίκα που βυζαίνει πέος [μύζουρις = μυζάω + ουρά (πέος)]

ΠΗΘΙΚΑΛΩΠΗΞ: Πανούργος [πιθηκαλώπηξ = πίθηκος = αλώπηξ]

ΡΩΠΟΠΕΡΠΕΡΗΘΡΑΣ: Αυτός που εκστομίζει ακατάπαυστα χαζομάρες [ρωποπερπερήθρας = ρώπος(φτηνόπραγμα) + πέρπερος (φλυαρία)]

ΚΥΝΤΕΡΟΣ: Αναίσχυντος, ο κοπρίτης [> κύων]

ΛΕΧΡΙΟΣ : Λέχριος (λεχρίτης)

ΟΖΟΛΗΣ: Βρωμιάρης

ΟΝΟΚΙΝΔΗΣ : Αυτός που πηγαίνει με γάιδαρο

ΣΚΩΡΑΜΙΣ: Απατεώνας / καθίκι

ΣΠΟΔΗΡΙΛΑΥΡΑ: Αυτός που τρώει κόπρανα [σποδή (καταβροχθίζω) + λαύρα (απόπατος)]

ΧΑΛΚΙΔΙΤΙΣ: Η πολύ φτηνή πόρνη, αυτή που εκδίδεται για ένα χάλκινο νόμισμα.



0 Λογομαχιες:

Δημοσίευση σχολίου