Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

Η ΕΝΔΥΝΑΜΩΣΗ ΤΗΣ ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΜΕΣΑ ΜΑΖΙΚΗΣ ΕΠΙΡΡΟΗΣ


Είτε σου αρέσει είτε όχι, η Χρυσή Αυγή δεν είναι πια ένα ξαφνικό μπαμ αλλά ένα κοινωνικό φαινόμενο. Σε όλες τις δημοσκοπήσεις λαμβάνει άνετα την τρίτη θέση και έχει εδραιωθεί στο ελληνικό κοινωνικό γίγνεσθαι. Για ένα τέτοιο φαινόμενο, έχουμε μόνο δύο δρόμους. Ή θα κάνουμε πως δεν το βλέπουμε κάνοντας τη διαπίστωση της πλάκας «ελα μωρέ τώρα με τους ναζί» ή θα το αναλύσουμε και θα το κατανοήσουμε για να μη βρεθούμε εν υπνώσει. 

Συνήθως, τα καινούρια κόμματα που δημιουργούνται από έναν παλιό πολιτικό, κάνουν τον κύκλο τους και σβήνουν. Τρανά παραδείγματα η Πολιτική Άνοιξη του Σαμαρά, Η Δημοκρατική Ανανέωση του Κωστή Στεφανόπουλου, η προσπάθεια του νυν ΥΠΕΞ Δημήτρη Αβραμόπουλου, που ενώ στην αρχή έφτασε στις δημοσκοπήσεις στο 15% αλλά γρήγορα έχασε σε δημοφιλία και ούτε καν μπήκε σε εκλογική διαδικασία. Γύρισε γρήγορα στο μαντρί. Αργότερα κάτι πήγε να κάνει το ΔΗΚΚΙ του Τσοβόλα, ο Καρατζαφέρης έδειχνε δυνατός αλλά το μεγαλύτερο μειονέκτημα του ήταν ότι πίστεψε, πως αυτός είναι ο μόνος ευφυής και όλοι οι άλλοι είναι βλάκες και την πάτησε. Ο ΛΑΟΣ έσβησε, όπως και η Δημοκρατική συμμαχία της Ντόρας και ο Καμμένος αποτυπώνεται ξεκάθαρα πως όσο περνάει ο καιρός χάνει ολένα και περισσότερους ψηφοφόρους. 

Η Χρυσή Αυγή είναι ένα παλιό κόμμα που γιγαντώθηκε τα τελευταία χρόνια. Δείχνει δυναμική και μάλιστα παρατεταμένη στοιχείο που οφείλεται ότι κατάφερε η δεξαμενή των ψηφοφόρων της να είναι από όλα τα κόμματα και ο άξονας να είναι ως επί το πλείστον η νεολαία. 

ΑΝΕΒΑΙΝΕΙ ΔΙΑΡΚΩΣ

Οι περισσότεροι υποστηρίζουν πως αυτό συμβαίνει λόγω των θέσεων του κόμματος σχετικά με τους λαθρομετανάστες. Αυτό δεν ισχύει  καθώς η Χρυσή Αυγή έχει τα ίδια ποσοστά σε όλη την Ελλάδα ακόμα και σε περιοχές που δεν αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα προβλήματα είτε εντος είτε εκτος Αττικής. 

Λέγεται επίσης ότι είναι ψήφος θυμού. Επίσης δεν συμφωνώ γιατί ο θυμός με την πάροδο του χρόνου είναι ένα συναίσθημα που ξεθυμαίνει. Ένα και πλέον έτος μετά τις εθνικές εκλογές όχι μόνο δεν ξεθύμανε αλλά η Χρυσή Αυγή έχει διπλασιάσει τα ποσοστά της! 

Μάλιστα, σε καιρό που υπάρχει μεγαλύτερη σταθερότητα ( χωρίς μεν να έχουν λυθεί τα προβλήματα ) και λίγη μεγαλύτερη αισιοδοξία για το μέλλον εκει που η χρεοκοπία εμφανιζόταν στην πόρτα μας, η Χρυσή Αυγή δυναμώνει και προελαύνει στον κοινωνικό ιστό. 

Η ΙΔΙΟΜΟΡΦΙΑ

Δεν έγινε το 10% των Ελλήνων Χρυσαυγίτες, απλώς υπάρχει μια σιωπηρή υποστήριξη. Για καταλάβεις το ψέμμα των κοινωνικών δικτύων, η Χρυσή Αυγή στο facebook και στο twitter είναι ζήτημα αν έχει το 1%. Αλλιώς όμως είναι τα πράγματα στην πραγματικότητα. Οι υποστηρικτές της στην συντριπτική τους πλειοψηφία δεν θέλουν να εκτίθενται. Όπως συνέβη και με το ΠΑΣΟΚ. Όλοι το ψήφισαν το 2009 και μετά ουδείς ήξερε για τον φόνο. Εξάλλου δεν είναι τυχαίο ότι παρά τα ποσοστά της, η Χρυσή Αυγή δεν μπορεί να κάνει πολυπληθείς συγκεντρώσεις. Αυτό δείχνει ότι ναι μεν έχει ισχυροποιηθεί αλλά ακόμα δεν είναι το κίνημα τόσο δυνατό ώστε να αξιοποιήσει τους νυν και προσεχείς ψηφοφόρους. 

ΓΙΑΤΙ Η ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ;

Σε έναν κόσμο που όλοι οι –ισμοι καταρρέουν ως τραπουλόχαρτα, που η παγκοσμιοποίηση δεν έφερε και την ευτυχία σε κανέναν, που τα κοινωνικά δίκτυα χρησιμοποιούνται ως μέσα εκτόνωσης διαφόρων έξεων και σε μια Ελλάδα σε τόσο βαθιά πρωτίστως πνευματική, ηθική, κοινωνική και δευτερευόντως οικονομική κρίση υπήρχαν μερικά κενά. 

Α) Ο πατριωτικός αχρωμάτιστος λόγος. Ο Καρατζαφέρης έπαιξε σημαντικό ρόλο γιατί απορροφούσε μεγάλο κομμάτι της «άκρας δεξιάς» αλλά οι διαρκείς παλινωδίες του, με το μνημόνιο, την κυβέρνηση Παπαδήμου και τα άλλα λέω το πρωί, άλλα το μεσημέρι και άλλα το βράδι, τον οδήγησαν στο περιθώριο. Ο επίσης πατριωτικός λόγος του Πάνου Καμμένου δεν είχε αντίκρισμα καθώς δεν μπορεί ένας βουλευτής του ελληνικού κοινοβουλίου από το 1991 να παρουσιάζεται σήμερα ως σωτήρας, άφθαρτος και αμόλυντος. Πολύς κόσμος ήθελε να βρει ένα κόμμα που να μην έχει σχέση με το φαύλο κομματικό σύστημα των τελευταίων δεκαετιών και σαφώς δεν είναι τυχαίο ότι που με το έσβησε ο ΛΑΟΣ, ανέβηκε η Χρυσή Αυγή. 

Β) Οι λαθρομετανάστες, η εγκληματικότητα και η τεράστια κοινωνική  αλλαγή που συνέβη στην Ελλάδα, πράγματα γνωστά, χιλιογραμμένα και χιλιοειπωμένα. Επιπροσθέτως είναι και η ανύπαρκτη κρατική πολιτική, η προστασία των πολιτών και η αίσθηση ότι είμαστε ξένοι και απροστάτευτοι στην ίδια μας τη χώρα. 

Γ)  Η αντιεξουσιαστική δράση που μοιραία θα έφερνε αντίδραση. Δεν μπορείς από τη μια να εχεις τις κουκούλες, τις μολότοβ, τη Μαρφιν, τους εμπρησμούς, τις καταστροφές, τους λοστούς, τα ρόπαλα, την κόκκινη βια, το indymedia, το κρατίδιον του Εξαρχιστάν, τους γνωστούς αγνώστους και να περιμένεις πως δεν θα υπήρχε μια αντίδραση σε όλα αυτά. 

Δ) Η Αριστερή ιδεολογία και πολιτική. Μην πειράξετε τους λαθρομετανάστες, όλοι αδέρφια είμαστε, όποιος μιλάει για Ελλάδα είναι φασίστας, όποιος είναι πατριώτης είναι και εθνικιστής, θάνατος στους μπάτσους, κάψτε τη σημαία, ο διεθνισμός, τα Σκόπια είναι Μακεδονία, η Θράκη είναι τουρκική, το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του, ας έρθουν όλοι από παντού στην Ελλάδα, τα ανθρώπινα δικαιώματα των μεταναστών και όχι των Ελλήνων. 

Στα Γ και Δ προσέθεσε βέβαια και την αγάπη στο χάος, κατά του κράτους, κατά των δομών, κατά της οικογένειας γιατί οι γονείς είναι συμβιβασμένοι μικροαστοί, κατά των εργαζομένων γιατί είναι πιόνια του συστήματος, κατά του νόμου και της κοινωνίας. 

Ε) Οι φαντασιώσεις. Όλοι γνωρίζουμε ότι το κοινωνικό μας σύστημα (άσχετα αν όσοι μπορούσαν το εκμεταλλεύτηκαν αυτό για τα δικά τους συμφέροντα) είναι διεφθαρμένο, ότι δεν υπάρχει δικαιοσύνη είτε λόγω των λειτουργών της είτε λόγω των διαδικασιών που για να γίνει μια δίκη πρέπει να περάσουν 10 χρόνια και ότι οι πολιτικοί μας δεν είναι δα και κρυστάλλινοι. Θες από τις ταινίες και τα σίριαλ, πολλοί φαντασιώθηκαν να είναι κάτι ανάμεσα στον Στίβεν Σίγκαλ και τον Κάλαχαν που παρακάμπτοντας το διεφθαρμένο σύστημα θα απένειμαν δικαιοσύνη. Αυτή ακριβώς τη φαντασίωση των φοβισμένων και ανήμπορων – εκτος και αν είχαν βίσμα ή αν ήταν άνθρωποι της νύχτας – ανθρώπων ήρθαν να ενσαρκώσουν τα μούσκουλα των χρυσαυγιτών μαχητών.

ΣΤ) Η έλλειψη ιστορικής γνώσης. Ο αμόρφωτος μέσος Έλλην που είναι έτοιμος να αναπαραγάγει και να διαδώσει οτιδήποτε δει στον παγκόσμιο ιστό χωρίς φίλτρο, σκασμένος από το φαϊ και το πιοτό, συνηθισμένος από την πλαστική ευμάρεια της δεκαετίας του 80 έχασε την ιστορική γνώση. Ενώ η εποχή προσφέρεται να μάθουμε μερικά πράγματα, όπως τι ήταν ο ναζισμός, ο φασισμός, ποια ήταν η πραγματική καταστροφή που έφερε η χούντα, πως την επταετία 67-74 δεν ήταν δα τόσο υπέροχα τα πράγματα και οι δικτάτορες δεν ήταν και οι πιο έντιμοι άνθρωποι του κόσμου και το εναλλακτικό καθεστώς κατά Νικόλαο Μιχαλολιάκο ήταν by CIA, φτάσαμε στο σημείο, ο κόσμος να μην ενδιαφέρεται για αυτά. 

Νομίζουν πολλοί το ότι αν χαρακτηρίζεις έναν ψηφοφόρο και οπαδό της Χρυσής Αυγής ως Ναζί, τον βρίζεις. Ούτε καν. Οι μεν μυημένοι δεν θίγονται γιατί αυτό ακριβώς είναι – σαν να λες έναν οπαδό του Ολυμπιακού «γάβρο» και έναν οπαδό του Παναθηναϊκού «βάζελο» - και οι δε αμύητοι σου λένε ότι κάνεις λάθος και ότι αυτοί ξέρουν τον μαίανδρο και τον εθνικό ύμνο. Η Χρυσή Αυγή είναι έντιμη σε αυτό. Ξεκάθαρα τα λένε οι άνθρωποι, και το zeig heil τατούαζ το έχουν, και τα έντυπα τους βρίθουν σε αναφορές και λατρείες. Τι δεν καταλαβαίνεις; 

Ζ)  Η αυθεντικότητα. Ο κόσμος βαρέθηκε τους καθωσπρεπιστές πολιτισμένους γραβατοφόρους με την ξύλινη γλώσσα που βούταγαν στα ταμεία και κολυμπούσαν στην αρπαχτή. Βαρέθηκε το  politically correct της υποκρισίας και του πολιτικού πολιτισμού που μας οδήγησε σε ένα ατέρμονο φαγοπότι και στη χρεωκοπία. Όταν ο Κασιδιάρης έριξε τις σφαλιάρες στην Κανέλλη, ο κόσμος τον επιδοκίμασε και τελικά μάλλον για αυτό η Λιάνα δεν είναι στη θέση της Παπαρήγα αλλά ένας παγκοσμίως άγνωστος. Για να σου πω την αλήθεια, όταν είδα το βίντεο για πρώτη φορά, πάγωσα. Όταν το είδα για 100η φορά και το συνήθισα, είπα «καλά της έκανε». Μια ζωή η Κανέλλη, φώναζε, χυδαιολογούσε, προσέβαλλε, δεν άφηνε κανέναν να μιλήσει και στο όνομα του «διάλογο κάνουμε» η συμπεριφορά της στα πάνελ ήταν άκρως φασιστική. Βρέθηκε και ένας να της ρίξει και μια σφαλιάρα. 

Επίσης η Χρυσή Αυγή έκανε εκλογές με φραγκοδίφραγκα χωρίς επιχορηγήσεις και ΜΚΟ, και είναι το μόνο πολιτικό κόμμα που κάνει κοινωνικές δράσεις. Ο κόσμος λοιπόν εκτίμησε ότι είναι αυτοί που είναι, δεν προσποιούνται και είναι ειλικρινείς ως προς τα πιστεύω τους. 

Η) Η απειρία των ΜΜΕ. Τα μαζικά μέσα επιρροής με τη στάση «δεν δίνουμε βήμα στους φασίστες» πέτυχαν ακριβώς το αντίθετο. Τους θεοποίησε. Στη μάζα πολλές φορές λειτουργεί η αντίστροφη ψυχολογία. Όταν ένας βάλλεται πανταχόθεν, αυτόματα γίνεται συμπαθής και τρανό παράδειγμα των τελευταίων ετών ο Μακαριστός Χριστόδουλος. Όλοι οι πολιτικοί και οι δημοσιογράφοι τον έκραζαν και ο κόσμος τον αγαπούσε. Ήταν ο μόνος ιεράρχης που έκανε 3.000.000 Έλληνες να βάλουν την υπογραφή τους για το θρήσκευμα στις ταυτότητες και κατέβασε στο δρόμο τόσο κόσμο για το Μακεδονικό Ζήτημα. Για τη Χρυσή Αυγή εν προκειμένω, η φίμωση από τα μαζικά μέσα επιρροής, παραδόξως τους ωφέλησε γιατί λειτούργησε ως ασπίδα προστασίας. Ο μέσος πολίτης σκέφτεται πως αφού τους πολεμούν τα κανάλια που όλο και θα έβαλαν και αυτά το δαχτυλάκι τους ( για να μην πω το φτυάρι ) στο μέλι, άρα μια χαρά είναι τα παιδιά με τα μαύρα. Τους πολεμούν οι διεφθαρμένοι άρα είναι έντιμοι! Στο κάτω κάτω της γραφής τόσα χρόνια, πρώτη μούρη ήταν στα κανάλια ο Τσοχατζόπουλος και ο Παπαντωνίου. Ο Βουλγαράκης και η Ντόρα. Η Ρεπούση και ο Τατσόπουλος. Η Λιάνα. Αρα οι καλοί φιμώνονται! 

Κανείς δεν ξέρει τίποτα για αυτό το κόμμα. Ούτε τις θέσεις του για πλείστα όσα θέματα της κονωνικο-πολιτικής ζωής, ακόμα και για το πώς παίρνει τις αποφάσεις του. Στα οικονομικά λένε ότι και το ΚΚΕ. Στα άλλα θέματα άποψη δεν έχουν πλην της καραμέλας για τους τοκογλύφους, το μνημόνιο και την εξαθλίωση του ελληνικού λαού. Χαρήκαμε για τη γνωριμία. Η επανάσταση ξεχάστηκε στα βουλευτικά αυτοκίνητα που δεν θα τα έπαιρναν και τελικά τα χρησιμοποιούν. 

Όταν η παλιά καραβάνα και ο παμπόνηρος Γιώργος Τράγκας τους κάλεσε σε κουαρτέτο στον ΣΚΑΙ, γιατί ξέρει πολύ καλά προς τα πού φυσάει ο άνεμος, πολλοί ξεσηκώθηκαν. Ο ίδιος όμως κάνει εξαιρετικές δημόσιες σχέσεις με τον ανερχόμενο πόλο εξουσίας. Σε αυτή τη συνέντευξη ο Αρτέμης Ματθαιόπουλος πέταξε κάτι ιδιαίτερα προσεκτικά για την ευγονική. Ο Τράγκας είτε δεν ήξερε, είτε δεν ήθελε να του ζητήσει διευκρινίσεις. Για όσους έχουμε διαβάσει και κάτιτις, η ευγονική φιλοσοφία ήταν βασικός ιδεολογικός άξονας του Γ Ράιχ και ήταν σαφής η αναφορά στην εθνοσοσιαλιστική καθαρότητα της αρείας φυλής. "Το κράτος έχει ένα φυσικό δικαίωμα και μια ιερή υποχρέωση να σκοτώνει τα άτομα με την εντολή να διατη­ρήσει το έθνος, τον κοινωνικό ορ­γανισμό, ζωντανό και υγιή". Ένα εξαιρετικό άρθρο επί του θέματος είναι εδώ: http://www.egolpion.com/darwinism_nazism.el.aspx
 
Στην ίδια συνέντευξη, ο πληθωρικός Παναγιώταρος είπε πως «δεν μας ενδιαφέρει το θρήσκευμα».
Αυτά να τα βλέπουν όσοι κληρικοί παρασύρονται, τους ευλογούν και τους αποκαλούν μάλιστα «γλυκιά ελπίδα» και όσοι ορθόδοξοι ευσεβείς τους υποστηρίζουν. 

Λίγες μέρες αργότερα ο Μιχαλολιάκος είπε, πάλι στον Τράγκα αλλα στο KONTRA αυτή τη φορά, πως αν είναι εγκληματίας πολέμου ο Χίτλερ είναι και ο Τσώρτσιλ. Άρχοντας ο Νικόλας! Τα ίδια ο επιτιθέμενος, τα ίδια και ο αμυνόμενος!  Είστε πολύ ωραίος τύπος κύριε, που θα λεγε και ο Ζουγανέλης!

Προσπάθησε η Χρυσή Αυγή να μοιράσει τρόφιμα στην πλατεία Συντάγματος. Πετάχτηκε ο πιο αποτυχημένος δήμαρχος όλων των εποχών, ο Καμίνης των Τζαμιών μια όλα τα άλλα τα έλυσε, που κατάφερε να γίνει πιο αντιπαθής και από τον Κακλαμάνη, για να της το απαγορεύσει. Τι κατάφερε; Όλος ο κόσμος να τον βρίζει και να βγαίνουν κερδισμένοι οι Χρυσαυγίτες. Τρόφιμα θα μοίραζαν και όχι ναρκωτικά. Στο επιχείρημα ότι η πλατεία Συντάγματος είναι συμβολική, να θυμήσω ότι και το MEGA είχε κάνει παρόμοια εκδήλωση με τα ρούχα και στο κάτω κάτω της γραφής ας τους πρότεινε την πλατεία Κλαυθμώνος. Όλα τα ΜΜΕ στο πλευρό του Καμίνη και ο κόσμος στο πλευρό του Κασιδιάρη.

Στη Χρυσή Αυγή πρέπει να δοθεί βήμα έκφρασης. Εκφράζει πια μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας και είναι φασισμός η περιθωριοποίηση της από τα μαζικά μέσα επιρροής. Παρακολούθησα πρόσφατα ένα debate στην εκπομπή του Αρη Πορτοσάλτε στον ΣΚΑΙ μεταξύ Αδωνι Γεωργιάδη και Ηλία Κασιδιάρη. Ο Ηλίας ήτο σε μειονεκτική θέση γιατί δεν προσήλθε στο στούντιο όπως προσεκλήθη αλλά προτίμησε το τηλέφωνο όμως ο Άδωνις τον κονιορτοποίησε.  Πρέπει να ήταν ίσως η μοναδική, στις ελάχιστες φορές που υπάρχει στο στούντιο ο αντίλογος, που ο Ηλίας Κασιδιάρης υπέστη συντριπτική ήττα κατά κράτος, κάτι σαν την ναυμαχία της Σαλαμίνας. Αν νομίζεις ότι υπερβάλλω, άκουσε το και μόνος σου: http://www.youtube.com/watch?v=3BXvrvQySew
 
Δεν χρειάζεται ειδική στρατηγική. Απλώς δώσε τους βήμα και άφησε τους να μιλάνε. Μόνοι τους θα τα πουν μια χαρά ώστε να ξέρει ο πάσα είς ένας τι ακριβώς ψηφίζει. 

Η Χρυσή Αυγή δεν πολεμάται με ένα νομοσχέδιο όπως αυτή η κωμωδία που λέγεται αντιρατσιστικό. Ισα ισα θα τους κάνει δέκα φορές ήρωες. Ούτε έχει νόημα να τους διώχνεις από τη Βουλή για ένα mr Alexis και την «ερώτηση σούπα» ( σιγά την ύβρη πια ) όταν έχουν ακουστεί λέξεις όπως προδότες, δοσίλογοι, broker, αρχιερέας της διαπλοκής και τα μύρια όσα. Η Χρυσή Αυγή και η αληθινή ιδεολογία της πολεμάται με τις αξίες του Ελληνισμού ( τις πραγματικές αξίες ότι τις μαϊμούδες)  με την παιδεία, τον πολιτισμό  και τον διάλογο.

Όταν δεις πως εκτός από το προφίλ των σκληρών του Μαϊάμι, δεν έχουν και τίποτα άλλο να πουν, μοιραία θα ατονήσουν. 

Ένα κείμενο αξίζει μόνο όταν έχει προτάσεις. Πρωτίστως πρέπει να βελτιωθεί άμεσα και το βιοτικό επίπεδο των πολιτών και να ενισχυθεί το συναίσθημα της ασφάλειας. Όταν τα πράγματα πάνε στα άκρα, τότε και ο κόσμος πάει στα άκρα. Η παιδεία παραμένει το πιο σημαντικό πράγμα και δεν θα είχα καμία αντίρρηση να άλλαζαν ακόμα και τα σχολικά βιβλία με έμφαση στον Φασισμό, τον Ναζισμό και την πραγματικότητα για τα έργα και τις ημέρες της δικτατορίας. 

Κατά τα άλλα η ιστορική πραγματικότητα έχει αποδείξει πως όταν ακαλλιέργητοι άνθρωποι έχουν δει μεγαλεία απότομα, αργά ή γρήγορα τσακώνονται μεταξύ τους. Ήδη η Χρυσή Αυγή μετράει μια διάσπαση με τον «Περίανδρο» και μόλις σταματήσει ο καλπασμός στα ποσοστά τους, θα διαλυθούν.

Η θέση μου πάντως για να είμαι απολύτως ξεκάθαρος, είναι πως τους θέλω στη Βουλή να φωνάζουν και ως αντίπαλο δεος της Ρεπούση, του Νάσου Θεοδωρίδη και του Τατσόπουλου και λοιπών αριστεριζόντων ανθελλήνων βουλευτών. 10-11 βουλευτές όμως, το ελάχιστο όριο, όχι παραπάνω. Τους θέλω μέσα στη Βουλή για να υπάρχει μια ισορροπία αλλά αν αποκτήσουν μεγάλη δύναμη, ο σώζων εαυτώ, σωθήτω…


Κυριακή, 26 Μαΐου 2013

Ο ΚΑΠΤΕΝ ΤΖΙΜ



Παω πίσω, χρόνια πολλά…

Φοιτητής συνήθιζα να πηγαίνω σε ένα καπηλειό. Σε σκοτεινό σοκάκι, μιας κακόφημης συνοικίας. Σε έναν από τους τότε ατέλειωτους ποδαρόδρομους που έκανα για να γνωρίσω την πόλη, άρχισε να σουρουπώνει και συνειδητοποίησα ότι πεινούσα. Ερημιά. 

Δύο τετράγωνα πιο κάτω ξεχώρισα αναμμένες λάμπες, το πορτατίφ δεν υπήρχε ούτε ως σκέψη και στην αρχή μου φάνηκε ως σπίτι με κορίτσια. Πλησίασα μηχανικά. Τελικά ήταν μια ταβέρνα με μια μικρή αυλή. 

Το παρακμιακό περιβάλλον με έκανε να τη συμπαθήσω αμέσως. Τα ξύλινα άβολα καθίσματα ξεφτισμένα και αλουστράριστα, τα μεταλλικά τραπέζια να μπατάρουν, ο ασβέστης στον τοίχο κίτρινος πια, κάποιες τοιχογραφίες ξεφτισμένες, αφίσες με χαβάη τούριστ τοπία, με φοίνικες, με ξεθωριασμένο χρώμα, πλακόστρωτο με τόσο λεία πέτρα από τα εκατομμύρια βήματα, που δεν χρειαζόταν να βρέξει για να γλιστρήσεις. Μέσα, πολλά βαρέλια με κρασί σαν διακόσμηση και αποθήκη μαζί και η μυρωδιά ήταν κάτι ανάμεσα σε τσίκνα, καπνό και κρασί. 

Εκείνη την ώρα δεν έκανα μέτρηση ποιότητας, απλώς κάθισα να φάω. Το γεύμα ήταν χορταστικό σε τριπλάσιες μερίδες, πάμφτηνο, ο μαγαζάτορας κέρασε τρεις φορές κρασί και εδέσματα και αμέσως γνώρισα μερικούς θαμώνες. Σαν ένα μικρό και ζεστό χωριό. 

Η «παρεϊστικη ταβέρνα» σκέφτηκα καθώς έφυγα και αποφάσισα να ξαναπάω. Η μια φορά έφερε την άλλη, έφερα φίλους, γνώρισα κόσμο και κατέληξα να γίνω και εγώ θαμώνας. Όποτε ήθελα απλώς να κάνω μια βόλτα, να χαλαρώσω από την καθημερινότητα, να πιώ ένα κρασί πριν κοιμηθώ, πήγαινα στην ταβέρνα. Ήταν βλέπεις και η ανάγκη. Με λίγα χρήματα την έβγαζα καθαρή. Λίγο θα κερνούσε κάποιος, λίγο θα κερνούσε ο μαγαζάτορας, θα έλεγα και με κάποιον λίγες κουβέντες, η ώρα περνούσε ευχάριστα. 

Σε αυτό το καπηλειό γνώρισα τον Κάπτεν Τζίμ. 

Απόμαχος ναυτικός, μια ζωή στην περιπέτεια και στην τραγωδία. Ώρες να χεις να τον ακούς. Αν και τα μισά από αυτά πρέπει να ήταν ψέματα αλλά κανείς δεν κατάφερε να ξεχωρίσει που τελειώνει η πραγματικότητα και που αρχίζει ο μύθος. Ήταν ικανός να σου διηγηθεί σε μια ιστορία πως ήταν ο Νο 298 στους 300 του Λεωνίδα και λίγο παρακάτω πως ήταν ο υπασπιστής του στρατηγού Αϊζενχάουερ στην απόβαση της Νορμανδίας χωρίς κανένας να το πάρει χαμπάρι.

Ο Κάπτεν Τζιμ ήταν συνέχεια στην ταβέρνα. Πρωί μεσημέρι και βράδι. Ήταν κάτι σαν θυρωρός, δημόσιες σχέσεις, προϋπαντούσε τους επισκέπτες και τους καληνύχτιζε. Ο μαγαζάτορας ήταν ένας άνθρωπος που δεν ήθελε με τίποτα τις συγκρούσεις. Να τα έχει καλά με όλους, να βγαίνει η δουλίτσα, το μεροκαματάκι, να μην μπλέξουμε, να αλλάξουμε μερικά πράγματα στο μαγαζί, κόπος μεγάλος, ένας άνθρωπος που ήθελε μόνο την ησυχία του. 

Ο Κάπτεν Τζίμ ήταν μια ισχυρή προσωπικότητα, κυριαρχική. Στην αρχή τον απολάμβανες και νόμιζες ότι βρήκες έναν λαϊκό φιλόσοφο αλλά σε βάθος χρόνου ήταν πληκτικός.  Έπιαναν τα χέρια του, έκανε μικρομερεμέτια, έφερνε φίλους, ήταν η ψυχή της ταβέρνας. Σιγά σιγά έγινε αφεντικό στη θέση του αφεντικού. Το άλλοθι του ήταν ότι «μια παρέα είμαστε» μόνο που το ξεχνούσε όταν αναλάμβανε πρωτοβουλίες. Ο μαγαζάτορας δεν ήθελε να συγκρούεται, το μεροκαματάκι κουτσά στραβά έβγαινε και ο Κάπτεν Τζίμ με τον καιρό έγινε ο απόλυτος άρχοντας. Στα χρόνια του ιντερνετ, θα του έλεγες get a life. Ήταν συνέχεια εκεί και πήγαινε στο σπίτι του μόνο για ύπνο. Για χόμπι ούτε λόγος και αν ήθελε να τον δει κάποιος φίλος του, του έκλεινε ραντεβού μόνο στην ταβέρνα. Δεν πήγαινε πουθενά αλλού. Έλεγε πως είχε και μια σύζυγο αλλά ποτέ δεν την είχαμε δει. Συζήτηση για τα προσωπικά του την έκοβε και προτιμούσε να σου πει μια ιστορία ή μια θεωρία που σκέφτηκε μεταξύ κρασιού και καπνού. 

Το μικρό χωριό ανέπτυξε όλες τις παιδικές ασθένειες. Ο κάπτεν Τζιμ είχε θαυμαστές που τον είχαν ως θεό. Έκραζε όποιον δεν του άρεσε είτε κάτι στην εμφάνιση του είτε κάτι στις απόψεις του. Στη μικρή παρακμιακή ταβέρνα η κάστα, ο κύκλος, η κλίκα του Κάπτεν Τζιμ έλυνε και έδενε. Πολλές φορές δι ασήμαντον αφορμήν, τρώγοταν και μεταξύ τους και ο Κάπτεν Τζιμ έκανε τον δικαστή και τον διαιτητή, αποβάλλοντας ανθρώπους από τον κύκλο του, τους ξαναδεχόνταν αργότερα αν είχαν μετανοήσει, έδιωχνε άλλους, έκραζε καινούριους και καθημερινά σχεδόν, είχαμε και από ένα επεισόδιο του Κάπτεν Τζιμ και τον υπηκόων του. Μικρόκοσμος. 

Στο διάστημα που πήγαινα και εγώ στην ταβέρνα, είδα σοβαρούς ανθρώπους να έρχονται αλλά από την αφόρητη πίεση της αραχνιασμένης «παρεϊστικης ταβέρνας» δεν ξαναπατούσαν. 

Είδα ανθρώπους να τσακώνονται χωρίς λόγο, να γίνονται φίλοι μόνο και μόνο γιατί ανακάλυψαν κάποιον να τον αντιπαθούν από κοινού. Είδα κάποιους που είχαν το θάρρος της γνώμης τους και όταν έλεγε μπαρούφες ο κάπτεν Τζιμ και αντιδρούσαν, να εκδιώκονται κακήν κακώς. Είδα την κλίκα να έχει το ύφος μασονικής στοάς και τα τσιράκια του κάπτεν Τζιμ, αποτυχημένοι της πραγματικής ζωής, να νοιώθουν ότι παίρνουν μεγάλη αξία στην ταβέρνα. Είδα εγκαρδιότητες και όταν έφευγε αυτός που τον αγκάλιαζαν, η ρουφιανιά και το κουτσομπολιό έπεφτε βροχή. Άκουσα κομπλιμέντα ψεύτικα, είδα κροκοδείλια δάκρυα και λυκοφιλίες διαρκώς μεταβαλλόμενες. 

Ο μαγαζάτορας δεν μιλούσε. Το μεροκαματάκι έβγαινε. Ο κύκλος του Κάπτεν Τζιμ έφερνε τα πενιχρά έσοδα της επιβίωσης και καθόλου δεν τον ενοχλούσε πως αυτά τα έσοδα ήταν διαρκώς πτωτικά. Κουβέντα δεν σήκωνε για τον Κάπτεν Τζιμ. «Προσφέρει στο μαγαζί», έλεγε. Κοντόφθαλμος. Όταν μένεις με τους ίδιους και τους ίδιους, μοιραία έρχεται η φθορά. 

Αραίωσα και εγώ. Αν και ως πιτσιρικάς δεν πολυμιλούσα αλλά με ξενέρωνε η δικτατορία των αποτυχημένων, η κλίκα των ανέραστων και ο κύκλος των ξοφλημένων. 

Οι ξεπεσμένοι που την έχουν δει ψαγμένοι. 

Η φοίτηση μου τελείωσε και πέρασα για να αποχαιρετήσω. Η ταβέρνα ήταν σε κατάσταση εξαθλίωσης. Ο Κάπτεν Τζιμ είχε τους πιστούς γύρω του μόνο που ήταν πια ελάχιστοι. Ένας ανάπηρος σωματικά, ένας ανάπηρος εγκεφαλικά, ο μαγαζάτορας και ένας ξένος. Θα μάθαινε και αυτός.. 

Πριν καν ανοίξω το στόμα μου ο Κάπτεν Τζιμ είχε γίνει σαν αγρίμι. Με έψεξε ότι εξαφανίστηκα, ότι για όλα φταίνε οι γυναίκες που παρασύρουν τα καλύτερα παιδιά και ξεκίνησε να πει μια ιστορία για μια γυναίκα που την εγκατέλειψε παρά τον σφοδρό τους έρωτα γιατί έτσι έπρεπε. Δεν τους είπα καν ότι φεύγω. Ήπια στα γρήγορα το κρασί μου και με μια δικαιολογία που ούτε καν την είπα, έφυγα. 

Ήταν η τελευταία φορά που τους είδα. 

Πολλά χρόνια αργότερα έμαθα ότι η ταβέρνα έκλεισε μετά από λίγους μήνες, έγινε μίνι μάρκετ και αργότερα ως αντιπαροχή, πολυκατοικία. Ο Κάπτεν Τζιμ έφυγε από ανακοπή σε μια στιγμή που συγχύστηκε καθώς κατηγορούσε - ως συνήθως - κάποιον. Στην κηδεία του ήταν ο μαγαζάτορας και οι δύο πιστοί που του είχαν απομείνει. 

Δεν ξαναπέρασα από κει ποτέ…

Σάββατο, 25 Μαΐου 2013

ΑΝΤΙΡΑΤΣΙΣΤΙΚΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ




Ε, ψιτ ! Εσύ, Αριστερέ φίλε!
Το ξέρεις πως αν πεις τον Κασιδιάρη Ναζί, θα σε ταράξει στις μηνύσεις; 

Ε, ψιτ! Εσύ, ψηφοφόρε του Πάνου Καμμένου!
Το ξέρεις πως αν πεις τον Σαμαρά γερμανοτσολιά, θα σε ταράξει στις μηνύσεις; 

Ε, ψιτ! Εσυ, Συριζαίε!
Το ξέρεις πως αν χαρακτηρίσεις την κυβέρνηση ως χούντα, θα πρέπει να έχεις καλό δικηγόρο;

Ε, ψιτ! Εσυ, ΠΑΣΟΚΑΡΑ !
Το ξέρεις πως αν πεις ότι ο Μιχαλολιάκος είναι φασίστας, θα σε μαζέψουν;

Ε, ψιτ! Εσυ ιερέα!
Το ξέρεις πως αν χαρακτηρίσεις τους μάρτυρες του Ιεχωβά ως αιρετικούς, θα πρέπει να είσαι έτοιμος για αγωγή; 

Τι; Πως; Δεν σου αρέσουν όλα αυτά; 

Καλώς ήλθες στο νέο αντιρατσιστικό νομοσχέδιο…

Στη χώρα της νομολαγνείας αποφάσισε ένας φωστήρας να φωτογραφήσει νομοθετικά τη Χρυσή Αυγή και σκέφτηκε το περίφημο αντιρατσιστικό νομοσχέδιο. Πρωτεργάτης το ΠΑΣΟΚ, που σε μια απέλπιδα προσπάθεια να μην καταστραφεί ολοσχερώς, θέλει να δείξει μια ιδιαίτερη ευαισθησία εναντίον της Χρυσής Αυγής και το παίρνει πάνω του. Ακολουθεί η ΔΗΜΑΡ καθώς κάπου πρέπει να φανεί και αυτή και φυσικά το το κόμμα τάση, συνιστώσα και κωμωδία που ακούει στο όνομα ΣΥΡΙΖΑ και από τη μια δέχεται την πλάκα του Ζίζεκ για τα γκούλαγκ αλλά άφριζε στην πλάκα της Παπαχρήστου στο τουίτερ. 

Νόμους έχουμε και μάλιστα αρκετούς. Ικανούς να καλύψουν κάθε περίπτωση. Αν θέλουμε να καλύψουμε τη ρατσιστική βία των πολιτικών ή την προτροπή για βία εναντίον μεταναστών, δεν χρειάζεται ολόκληρο νομοσχέδιο αλλά μια τροπολογία και μια προσθήκη στους ήδη υπάρχοντες νόμους. 

Το συγκεκριμένο νομοσχέδιο το είχε φέρει ο Καστανίδης, απερρίφθη, το ξανάφερε ο Παπαιωάννου, απερρίφθη και επανέρχεται ο Ρουπακιώτης. Το ΠΑΣΟΚ το υποστηρίζει ως δικό του παιδί, ο ΣΥΡΙΖΑ το είχε απορρίψει και επειδή επανήλθε ….το στηρίζει! 

Περιεπλέξαμε τους μηρούς μας και όσοι το απορρίπτουν κατηγορούνται ως φιλικά διακείμενοι στη Χρυσή Αυγή. Μα και το ΚΚΕ το απορρίπτει! Και αυτοί Χρυσαυγίτες είναι; Ακόμα και σημαντική μερίδα του ΣΥΡΙΖΑ – Στάθης, Λαφαζάνης – και αυτοί φασίστες; 

Το εν λόγω νομοσχέδιο έχει τρύπες που μπορεί να γίνουν μεγάλες παγίδες και αν ισχύσει, ο καθένας θα κουβαλάει και από μια μήνυση. Αν δε, η συζήτηση που γίνεται για την ανωνυμία στο διαδίκτυο καταλήξει στην επωνυμία, τότε η οργή θα είναι τριπλάσια. 

Είναι η επιτομή της γελοιότητας να αναφέρει η «Τασία» του «Καφέ της Χαράς», Μαρία Κανελλοπούλου, που για γλυκιά γιαγιά την έβαλε ο Ρώμας στο σίριαλ αλλά εμένα για Δρακουμέλ μου φέρνει, ότι:  «Δεν έχει καμιά δουλειά η Εκκλησία επί νομοσχεδίων που ψηφίζονται ή καταψηφίζονται από εκλεγμένους βουλευτές». Συγγνώμη αλλά εγώ δεν θέλω την Εκκλησία φυτό. Θέλω να εκφράζεται. Όχι να επιβάλλει, ούτε να έχουμε αγιατολάχ και μουφτή. Όμως, την άποψή της, θέλω να την ακούσω. Έχει κάθε δικαίωμα ένας Ιεράρχης να λέει την γνώμη του ως ενεργό ον στην κοινωνία. Μήπως με τον αντιρατσιστικό νόμο θα του κλείναμε το στόμα;

Και στο κάτω κάτω της γραφής, γιατί να έχει άποψη μόνο η κ. Μαρία Κανελλοπούλου που εξέλεγη όχι για τις έρευνές της στο CERN αλλά γιατί έπαιζε σε ένα σίριαλ και να μην την έχει ο Ιερέας που κάνει κοινωνικό έργο και όλη τη μέρα ακούει τα προβλήματα και τον πόνο των ανθρώπων; 

Από τη μία λέμε μα που είναι οι πνευματικοί άνθρωποι αυτής της χώρας και από την άλλη άμα μιλήσει κανείς και δεν είναι ευχάριστος στα αυτιά μερικών, υιοθετούμε την υποτιμητική αντίληψη μερικών ανδρών  προς τη γυναίκα, αν κάνει κάποιο λάθος ή αν θέλουν να επιβληθούν: «Αντε μωρή πλύνε κανα πιάτο». 

Ο Έλλην εκτονώνεται καθώς εκφράζεται υπερβολικά πολλές φορές, ειδικά όταν βρίσκεται πίσω από μια οθόνη και αν πάμε σε χειροπέδες της γνώμης, της άποψης – έστω και ακραίας – η φίμωση θα δημιουργήσει αντίδραση. 

Μη σου φαίνεται υπερβολικό το ανωτέρω. Πως ακριβώς θα ερμηνευθεί και θα εφαρμοστεί η «εχθροπάθεια»; Αν κάποιος πει ότι δεν γουστάρει τον ανάρχα με τις μολότοβ, τον Τούρκο, τον Εβραίο, τον βάζελο, τον γάβρο και ότι άλλο μπορείς να βάλεις με το μυαλό σου δεν θα μπορεί να το εκφράζει και θα πηγαίνει μέσα ως «εχθροπαθής»; Δικαίωμα ενός πολίτη, δεν είναι να εκφράζει ότι δεν γουστάρει όλους αυτούς; 

Κάποιος στο δρόμο ταλαιπωρείται από μια απεργία των συνδικαλιστών που για ένα συντεχνιακό αίτημα έχουν κλείσει τους δρόμους και τους βρίσει εξοργισμένος. Αν τον ακούσει ενας δημόσιος υπάλληλος θα του κάνει μήνυση δηλαδή για εχθροπάθεια; 

Αρ γουι σίριους; 

Άσε που ο εν δυνάμει πρωθυπουργός, κύριος Αλέξης Τσίπρας θα έπαιρνε στο λαιμό του τον κ. Ζίζεκ καθώς θα έτρωγε μια ξεγυρισμένη μήνυση από πχ τον κ. Φαήλο Κρανιδιώτη.  

Στο κάτω κάτω της γραφής ο ορισμός του φασισμού δεν είναι το κυνήγι της άποψης;

Είναι υπέρτατη βλακεία να κλονίζεται η κυβέρνηση στις δύσκολες εποχές που απαιτείται σταθερότητα από το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο και ειδικά στο σημείο καμπής που αχνοφαίνεται φως στον ορίζοντα. Ελπίζω να έχουν το πολιτικό ανάστημα οι κ.κ. Βενιζέλος και Κουβέλης να διαβλέπουν ότι αν το ρίξουν το σπίτι, στις εκλογές δεν θα στοιχημάτιζα ότι θα έμπαιναν στη Βουλή ή αν συνέβαινε αυτό, η κοινοβουλευτική τους δύναμη θα ήταν ισχνή. 

Όποιος νομίζει ότι ο Μιχαλολιάκος θα περιοριστεί με νόμους, είναι οικτρά πεπλανημένος και το μόνο που θα καταφέρει είναι ο τριπλασιασμός των ποσοστών της Χρυσής Αυγής στις προσεχείς εκλογές. 

Υπάρχει μια φοβερή αμηχανία των politically correct, των ΜΜΕ και των καθωσπρεπιστών γύρω από τη διαχείριση και τη στάση απέναντι στους σκληρούς του σταθμού Λαρίσης και κάνουν λάθη είτε από ανικανότητα, είτε από βλακεία, είτε από αμηχανία, με αποτέλεσμα αν η ΧΑ πάρει μόνο 12% στις εκλογές, να θεωρείται περίπου αποτυχία…

Για αυτό όμως θα ακολουθήσει πόνημα προσεχώς…