Πέμπτη, 4 Ιουλίου 2013

Ο ΚΟΜΜΩΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΧΑΣΑΠΗΣ




Κάποτε, σε μια γειτονιά, άνοιξε ένα χασάπικο. Ο χασάπης ήταν ένας σοβαρός, μετρημένος άνθρωπος, καλός διαχειριστής και έκανε προσεκτικά βήματα.  Δούλεψε καλά γιατί δεν υπήρχε χασάπικο τριγύρω, δεν νόθευσε τα προϊόντα του του και η επιχείρηση του ήταν συνεχώς κερδοφόρος. Του δόθηκε η δυνατότητα να αγοράσει τα τέσσερα διπλανά μαγαζιά που ήταν κλειστά αλλά αφού μέτρησε τις δυνάμεις του, αγόρασε μόνο το ένα. Επεκτάθηκε με σχέδιο και μέχρι το σημείο που μπορούσε. Έκανε και μια αξιοπρεπή ανακαίνιση χωρίς υπερβολές και η επιχείρηση του παρουσίαζε ολοένα και μεγαλύτερα κέρδη. 

Δύο χρόνια αργότερα εμφανίστηκε στη γειτονιά ένας τυπάκος που δήλωνε κομμωτής και θέλησε να ανοίξει κομμωτήριο. Οι κακές γλώσσες έλεγαν ότι δεν σπούδασε τίποτα, ήταν απλώς ένας πολυτεχνίτης και ερημοσπίτης αλλά και καταφερτζής. Δεν είχε πάει καν σε σχολή κομμωτικής, αλλά έμαθε τη δουλειά κοντά σε έναν ξαδερφό του. Η πονηριά του φαινόταν από μακριά και προσπαθούσε να κάνει καλές δημόσιες σχέσεις με όλους. 

Κεφάλαιο δεν είχε, πήγε στην τράπεζα και πήρε δάνειο για να στήσει το μαγαζί του. Ξεκίνησε και άρχισε να κάνει φρικτές υπερβολές. Πανάκριβα οικοδομικά υλικά, καθρέπτες με σβαρόφσκι, χρυσοί πολυέλαιοι, τεράστιες οθόνες 50 ιντσων, ηχοσύστημα κινηματογράφου για να ακουν Παντελίδη και Πάολα, σκέτη υπερπαραγωγή! Σε ένα μαγαζί 3χ3 έβαλε ….4 κομμώτριες και 5 βοηθούς ( ! ) για να βγάζουν τη δουλειά, 2 γραμματείς που τις πήδαγε και περιστασιακά έφερνε για “events” 3-4 μοντέλα. Όσες μπορούσε πήδαγε και από αυτές. Στην αρχή οι τιμές του ήταν χαριστικές. Είχε πάρα πολλή δουλειά αλλά με τόσα κορίτσια στο μαγαζί και με μεγάλο αρχικό κόστος επένδυσης, δεν έβγαιναν οι δόσεις για την τράπεζα. 

Ο τυπάκος σκέφτηκε πως θα έπρεπε να επενδύσει περισσότερο και πως το μαγαζί ήταν μικρό για να φιλοξενήσει το μεγαλείο του. Προχώρησε σε καινούριο δάνειο. Αγόρασε και το διπλανό μαγαζί. Ξανά μανά. Υπερδιακόσμηση, γκόμενες, events για το θεαθήναι, φανταχτερά έξοδα, πολύ χαμηλές τιμές και όταν πέρναγε μπροστά από το χασάπικο έριχνε υποτιμητικές ματιές στον χασάπη που δούλευε μαζί με τη γυναίκα του. Όλοι οι άντρες της γειτονιάς πήγαιναν στο κομμωτήριο για να την πέσουν στις γκόμενες και οι γυναίκες αφενός για να ελέγχουν τους άνδρες αφετέρου για να μοιάσουν στις μοντέλες. Είχε γίνει κομμωτήριο μπαρ, με τον τύπο να κερνάει ποτά, καφέδες και να έχει μετατρέψει το μαγαζί σε χώρο συνάθροισης και ότι έβγαζε από τις κομμώσεις το έδινε στα ποτά!

Η τράπεζα τον απειλούσε να του πάρει τα δύο μαγαζιά αλλά κατάφερε να πάρει και τρίτο δάνειο και να αγοράσει και το δίπλα μαγαζί. Ανέβασε τις τιμές, δούλεψε καλά, αλλά τα χρέη ολοένα και αυξάνονταν περισσότερο. Πίστεψε ότι ο κόσμος ήθελε θέαμα. Και άλλες μοντέλες, και άλλες γραμματείς, τα έσοδα βραχυπρόθεσμα αυξάνονταν οπότε δεν ήταν και πολύ σφικτός στη διαχείριση του. Έκανε αύξηση στους μισθούς των υπαλλήλων του – ειδικά στις γραμματείς του – αλλά μετά από λίγους μήνες απεδείχθη ότι δεν έβγαιναν οι αριθμοί. Δάνειο δεν μπορούσε να ξαναπάρει οπότε τετραπλασίασε τις τιμές. 

Οι πελάτες όμως «οι φίλοι του» άρχισαν να τον εγκαταλείπουν. Αυτοί που τους έκανε τραπέζια και ήταν πάντα large να κερνάει καφέ σε κάθε κόμμωση ή κάθε πρώτη του μηνός έτρεχε στα περίπτερα για να αγοράσει όλα τα περιοδικά ώστε οι κυρίες που περίμεναν για να το ντεκαπάζ τους να διαβάζουν φρέσκα νέα – ω, ναι, όλα τα lifestyle περιοδικά αγόραζε, δεν κάνουμε τσιγκουνιές. 

Ήρθε σε απόγνωση. Οι πελάτες πια ελάχιστοι, οι γκόμενες να τρώγονται μεταξύ τους, τα έξοδα να τρέχουν, μέχρι που έφτασε το πρώτο εξώδικο… 

Του έφταιγαν τα πάντα. Οι πελάτες που τον πούλησαν ενώ τους είχε για φίλους. Η τράπεζα γιατί δεν του έδινε και άλλο δάνειο. Οι γκόμενες που δεν εκτιμούσαν τους πολύ καλούς μισθούς αλλά και τα δωράκια που τους έκανε για να τις κρατάει δίπλα του και να τις πηδάει. Του έφταιγε το κράτος, οι πολιτικοί, η κακή συγκυρία. Ούτε καν του πέρασε από το μυαλό του να άλλαζε κάτι στο μαγαζί του. Δεν ήθελε. Δεν ήταν δυνατόν να αποδεχθεί ότι απέτυχε. 

Απελπισμένος, πήγε με κατεβασμένα τα μούτρα στον γείτονα τον χασάπη. 

Του ζήτησε βοήθεια. Δανεικά του είπε και θα του τα επέστρεφε μόλις έπιανε την καλή. Ο χασάπης τον ρώτησε πως αφού δεν μπορούσε να αποπληρώσει την τράπεζα, πως θα αποπλήρωνε τον ίδιο;
Έφυγε απογοητευμένος. 

Την επόμενη μέρα τον φώναξε ο χασάπης:

Ξανασκέφτηκα την κατάσταση, του είπε. Κοίταξε, η αλήθεια είναι ότι παθαίνεις ότι σου αξίζει και μας πούλαγες μούρη τόσο καιρό και ξέρω ότι πίσω από την πλάτη μου με έλεγες βλάκα και στενόμυαλο. Όμως  δεν με συμφέρει να κλείσεις. Δεν σου κρύβω όταν είχες πολύ κόσμο όλο και ψώνιζαν μετά από το μαγαζί μου και τώρα που βαράς μύγες έπεσαν και οι δικές μου δουλειές. θα σε βοηθήσω να ξεχρεώσεις, υπό έναν όρο. Θα αναλάβω εγώ τη διαχείριση του μαγαζιού σου. 

Ο τύπος αρνήθηκε. Αυτός ήταν αφεντικό! Πως θα πήγαινε υπάλληλος; Από πού και ως που ο χασάπης θα του στερούσε την ελευθερία του; Βγήκε στη γύρα για δανεικά αλλά γνωρίζοντας όλοι το που κατάντησε, δεν του έδινε κανείς. 

Όταν ήρθε και το δεύτερο εξώδικο και με την απειλή της φυλάκισης ξαναγύρισε ντροπιασμένος στον χασάπη.  Θα κάνω ότι θέλεις του είπε. Σώσε με… 

Επειδή δεν σε εμπιστεύομαι γιατί τα μυαλά σου παίρνουν αέρα, δεν θα σου δώσω τα λεφτά με τη μια, απάντησε ο χασάπης, αλλά σε δόσεις. Τόσες όσες για να μη σου πάρουν το μαγαζί και σε κλείσουν μέσα, αλλά και να καταφέρεις να βγάζεις κέρδος ώστε να μου ξεπληρώσεις το δάνειο.
Πάρε λοιπόν για να καταθέσεις στην τράπεζα 3 δόσεις αλλά και θέλω να απολύσεις τις δύο γραμματείς που έχεις και τις μοντέλες. Θα κρατήσεις μόνο δυο κομμώτριες, τις καλύτερες από αυτό το τσούρμο που έχεις μαζέψει εκεί μέσα. Τα μπουκάλια με τα ποτά που έχει κάβα, θα πας απέναντι στο καφενείο, να τα πουλήσεις έστω μισοτιμής να φύγουν από το μαγαζί. 

Μα…

Δεν έχει μα. Θα τις απολύσεις και θα κάνεις εσύ τον γραμματέα και θα είσαι μέσα στο μαγαζί σου κανονικά. Τέρμα τα χαϊλίκια με τη «μπεμπα» ( BMW ). 

Όπερ και εγένετο.

Κάθε έμβασμα του χασάπη συνοδευόταν και από αντίστοιχα μέτρα. 

Ο τύπος αφού τα ξαναχώρισε, πούλησε τα δύο μαγαζιά που είχε αγοράσει. Κράτησε δύο άξιες κομμώτριες. Έδιωξε τις μοντέλες και σταμάτησε τα events. Έκοψε τα κεράσματα. Έριξε τις τιμές του σε φυσιολογικά πλαίσια. Πούλησε τα υπερπολυτελή ντεκόρ και τα αντικατέστησε με φτηνότερα αλλά αξιοπρεπή υλικά. 

Έγινε κανονικό μαγαζί. Με έλεγχο στα έσοδα και στα έξοδα. 

Μια μέρα ξαναπήγε στο χασάπη. 

Ρε συ δεν λέω, εντάξει το μάζεψα το κόστος και βλέπω ότι έχω κέρδη και μειώνω τα χρέη μου αλλά εσένα πως θα ξεπληρώσω; 

Το έχω σκεφτεί και αυτό, απάντησε ο χασάπης. Δεν μπορείς να με ξεπληρώσεις όπως για παράδειγμα την Τράπεζα. Η συμφωνία είναι η εξής: Για 10 χρόνια, δεν θα πληρώνεις τίποτα σε μένα. Για τα επόμενα 10, μόνο τον τόκο που είναι στο 0.9%. Θα αρχίσεις να μου πληρώνεις το κεφάλαιο τα επόμενα 10 χρόνια! 

Έτσι η ζωή συνεχίστηκε σε αυτή τη γειτονιά. 

Και ο κομμωτής και ο χασάπης, κράτησαν τα μαγαζιά τους, και οι υπάλληλοι τους είχαν δουλειά, και η γειτονιά εξυπηρετείτο, και …να σε ρωτήσω κάτι:

Ο χασάπης είναι τοκογλύφος;
Ο χασάπης ήταν άδικος;
Ο χασάπης ήταν κακός;

Από κει και πέρα, κάνε την αντιστοίχηση μόνος σου, αν σου θυμίζει κάτι….



1 Λογομαχιες:

Δημοσίευση σχολίου