Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2009

LEROY MERLIN


Ημουν κατάκοπος. Στα κακοτράχαλα βουνά της επαρχίας είχα ταλαιπωρηθεί πολύ. Περίμενα πελάτες, με έστησαν, τσακώθηκαν μαζί μου για συμφωνίες, με εξάντλησαν στις διαπραγματεύσεις και ευτυχώς ο τελευταίος ηταν ενας συμπαθής άνθρωπος που δεν με ταλαιπώρησε αλλα αντίθετα με πότισε αρκετό ντόπιο τσίπουρο. 


Μας πήρε αργά. Αν με άφηνε στο τραπέζι, θα κοιμόμουν. Το κατάλαβε, προσφέρθηκε να με φιλοξενήσει αλλά ο επαγγελματισμός μου, μου απαγόρευε τέτοιες οικείοτητες. Επικαλέστηκα αυριανό ραντεβού πολύ νωρίς οπότε έπρεπε να κοιμηθώ στο ξενοδοχείο για να είμαι κοντά στο σημείο συνάντησης.


«Να προσέχεις ύποπτε. Φαίνεσαι πολύ κουρασμένος, φώτα δεν υπάρχουν και οι στροφές απότομες, με κλίση. Αυτός ο δρόμος δεν είναι ίδιος το βράδι με τη μέρα…»
Πήγα να κοιμήθω δυο φορές στο τιμόνι. Άρχισα να φοβάμαι αν θα καταφέρω να επιστρέψω. Είχα αρχίσει να το μετανοιώνω που δεν κοιμήθηκα στον πελάτη και ας του έκανα μια γενναία έκπτωση την επόμενη φορά, δεν πάει στην εύχη! Ημουν μακριά για να γυρίσω πίσω και μακρια επίσης από τον προορισμό μου. Σκέφτηκα προς στιγμήν να αράξω να κοιμηθώ στο αυτοκίνητο αλλά αυτή η μαυρίλα με αγρίευε.


Στο δρόμο μου ξεχώρισα αριστερά κάτι φώτα. Σίγουρα δεν ήταν του δήμου, αλλά ούτε και σπιτιού. Πολύχρωμο. Σαν …μπαρ! Μέσα στην ερημία… και πως δεν το είχα δει ποτέ μου; Μήπως χάθηκα;
Ας παω. Να πιω ένα αλκοόλ, να ρωτήσω αν πήρα τον σωστό δρόμο, και μπας και καταφέρω να ξυπνήσω ώστε να συνεχίσω.


Το μπαρ έμοιαζε με κάτι αμερικανιές σαν σαλούν. Σκέφτηκα πως θα το είχε κάποιος συνταξιούχος μετανάστης και γύρισε στην πατρίδα του για να μεταφέρει το κιτσαριό. Μπήκα και στην αρχή προσπάθησα να συντονιστώ με το περιβάλλον καθώς από τα κάθε λογής λαμπάκια απόπροσανατολίστηκα! Ηταν και εκείνο το αφόρητο αραμπεσκ, λες και πέταξε ο τυπος την κόκκινη μπογιά με τον κουβά στο μαγαζί του. Κατευθύνθηκα στη μπάρα. Ήταν πιο ανθρώπινες οι συνθήκες. 4 θαμώνες όλοι και όλοι να εχουν στοιβαγμένες καμιά 10αριά μπύρες και να τραγουδάνε παρέα με τη μπαργούμαν κάποια καψουροτράγουδα που πρέπει να ηταν υπερπαραγωγές youtube.


Οι άλλοι μάλλον δεν μου έδωσαν και πολύ σημασία και η κοπέλα πλησίασε πιθανώς ενοχλημένη που τη διέκοψα. Την κοίταξα.


Ψηλή με μαύρα ίσια μαλλία, με μάτια μεγάλα και ζαφειρένια. Το πλούσιο μπούστο της σχεδόν διαμαρτυρόταν που ήταν σε τόσο μικρό μπλουζάκι και πάσχιζε να βγει. Το πρόσωπο της θείο. Τα χείλη σαρκώδη, μια πρόκληση που κόλαζε και έναν ομοφυλόφιλο!


«Τι θα πάρεις;»
Πρέπει να ηταν η δεύτερη φορά που με ρώτησε γιατι ο τόνος της πλησίασε τα ορια της αγένειας.


«Καλησπέρα, είπα ενα jack daniels σας παρακαλώ». Αμέσως, γύρισε να φύγει


«Ε! με δυο παγάκια σας παρακαλω!»


«Καλά, πια μη με παρακαλάς τόσο πολύ!» Μου πεταξε περιφρονητικα.


Τώρα την περιεργάστηκα καλύτερα. Καλλονή. Τι δουλειά είχε εκει πέρα;
Τέλοσπάντων μπορεί την απορία να μου την έλυναν οι 4 τύποι αλλά δεν ξέρω με πόσα κόκκαλα σπασμένα θα έφευγα οπότε δεν χρειάζονται πολλές ερωτήσεις. Ας έπινα ένα ποτό και επειδή δεν κάναμε καλή αρχή μόλις θα το τέλειωνα, θα ρωτούσα τον δρόμο να φύγω.


Σχεδόν κοπάνησε το ποτήρι στη μπάρα τύπου αντε πιες το να τελειώνουμε.
Το έφερα στα χείλη και της είπα: «Σας ευχαριστώ, στην υγεία σας!»
Στο τρίτο της βήμα τη φώναξα.


«Συγγνώμη!»
Γύρισε με το βλέμμα τύπου, μη μου πεις ότι θέλεις και ξηροκάρπια!


«Συγγνώμη, μήπως έγινε κάποιο λάθος;»


«Τι λάθος;»


«Jack daniels ζήτησα, αυτό είναι κάτι άλλο»


«Αυτό έβαλα και εγω, τι άλλο;» Μου απάντησε σχεδόν περιφρονητικά καθώς πήρε στα χέρια της το μπουκάλι από τη μπάρα.


«Πίνω jack daniels αρκετά χρόνια, αν δεν έχετε δεν πειράζει, βάλτε μου ένα ποτήρι λευκό κρασί και σας πληρώνω και τα δύο σας παρακαλω». Απάντησα με σιγουριά.


Πήρε το ποτήρι το άδειασε, το ξέπλυνε με νερό και κάπου έσκυψε, κάτι πήρε, δεν είδα καλά και σε λίγο μου το ξανάφερε.


«Α! κάτσε να σου βάλω και τα δυο παγάκια γιατι βαριέμαι τα παρακαλώ σου».
Περίμενε μεχρι να το δοκιμάσω. Με κοιτούσε με εμφανή αντιπάθεια.
Αυτό ηταν jack daniels.


«Ευχαριστώ σκέτο», της είπα, χαμογέλασα αλλα το δικό της ηταν μάλλον γρύλισμα.


Ο χώρος πρέπει να ηταν πρωην ή ισως και νυν στριπτιζάδικο. Τώρα που πρόσεξα καλύτερα είχε όλα τα στοιχεία. Πίστα, μπάρες κάθετες, καναπέδες προς τα πίσω αλλά μάλον το project είχε μπει στο ψυγείο. Πόσα καλά κορίτσια θα έκαναν καριέρα εδώ στην  ερημιά; Οι μπύρες στο τραπέζι των τύπων ήταν πάνω από 20 αλλά δεν μέτρησα ακριβώς γιατί στο ημίφως δεν ήθελα να καρφώσω το βλέμμα μου και αντε μετα να τους πείσω ότι μέτραγα τα μπουκάλια. Άρχισα να κάνω τον απολογισμό της ημέρας. Απορροφήθηκα που δεν κατάλαβα ότι με είχε πλησιάσει.


«Το όνομα σου;» Καθώς μου σέρβιρε ένα ποτήρι νερό και κάτι ξηροκάρπια της κακιάς ωρας σε ένα μαύρο τσίγκινο πιατάκι.


«Merlin», ειπα. «Leroy Merlin».


«Σιγά μην είσαι και ο Μποντ!»


«Αν ημουν ο Μποντ ισως να μην ερχόμουν εδώ», απάντησα σταθερά.


«Και ποιο είναι το μικρό και ποιο είναι το μεγάλο;»


«Ακουω και στα δυο. Ότι είναι πιο εύκολο στον καθένα. Οι γυναίκες προτιμούν το Μerlin».


«Ενταξει Leroy! Από πού είσαι με τέτοιο όνομα»


«Οκλαχόμα», της απαντησα.


«Ηρθα να αγοράσω ένα σπίτι αλλά απογοητεύθηκα. Γυρίζω στο ξενοδοχείο και αύριο πετάω για την Αμερική».


«Γιατί απογοητεύθηκες;»


«Γραφειοκρατία, άδεια, ρεύμα, νερό…»


«Ναι, είναι δύσκολα εδώ να βγάλεις άκρη. Πρέπει να εχεις άκρη… Αμερικανάκι ε;»


«Προσπαθώ αλλά μάλλον δεν θα τα καταφέρω…» Αυτό δεν το πολυκατάλαβε και το προσπέρασε.


«Και δεν μου λες ρε φίλε, Leroy πως σε είπαμε, γιατί αν ησουν ο Μποντ δεν θα ερχόσουν εδώ πέρα;»


«Γιατί συνήθως εγω εχω θαυμαστές. Εδώ πέρα θαυμάζουν μόνο εσένα και δεν το ανέχομαι αυτό.»


«Εξυπνάδες!» Είπε και ξαναγύρισε να τραγουδήσει τα σκυλαδικα με τους άλλους αφου τους ξανασέρβιρε μπύρες.

Δεν ήθελα να συστηθώ. Εχω βιώσει, κάποτε ημουν μπαρμαν σε μπαρ της πυρκαγιάς, τη βαθυστόχαστη φιλοσοφική ανάλυση της πλάκας που ο βραζιλιάνος προσωπικός μου ποτοαναμείκτης αποκαλεί με τον γενικό ορο καβλάντισμα. Το καβλάντισμα είναι η προσπάθεια γοητείας της μπαργούμαν από τον μπάκουρο της μπάρας με σύνθημα το βάλε μου να πιω να σου ανοίξω την καρδιά μου, να μάθω πολλά για σένα και με το μπιρι μπίρι μπας και μου κάτσεις. Το σίγουρο είναι ότι ο μπάκουρος πίνει πολύ, πληρώνει πιο πολύ και η γκόμενα δεν του κάθεται ποτέ. Δεν τον κακοκαρδίζει όμως για να τον έχει μόνιμο πελάτη. Μπορεί να του πει πολλά για τον εαυτο της αλλα αυτά είναι στο πλαίσιο της πώλησης μούρης και φιλικού στοιχείου για να αποκτήσουμε μια περαιτέρω επαφή. Τις περισσότερες φορές μιλάνε για ένα θέμα που ολοι έχουν κάτι να πουν: τις σχέσεις και το σεξ. 


Τα ψέμματα σφυρίζουν εκατέρωθεν τύπου «άτιμες γυναίκες για τα λεφτά τα κάνετε όλα» και «εμένα δεν με καταλαβαίνει κανείς, ολοι με θέλουν για το φλογερό κορμί μου». Με τα ωράρια που εχει, οι φίλοι της δε τη βλέπουν και πολύ, οποτε εκ του ασφαλούς λέει σε κάποιον που τη γουστάρει πέντε κουβέντες ώστε να τον εχει του χεριού της.  Και οσο για το παραπάνω, τον εχει μονίμως στην αδιόρατη ελπίδα και αν γίνει πολύ φορτικός τον κόβει προσποιούμενη την πολλή δουλειά και σε ακραίες περιπτώσεις το αφεντικό ή κάποιος άλλος θαυμαστής.
Καβλάντισμα δεν ήθελα να κάνω οπότε για να  αποφύγω τα πολλά πολλά την απώθησα με τον …Leroy Merlin.


Λίγο αργότερα ξαναήρθε: «Αν κάτσω δίπλα σου, θα κεράσεις ένα ποτό;»
«Δεν εχεις ανάγκη το δικό μου κέρασμα, μπορείς να το βάλεις και μόνη σου», απάντησα και άρχισα να εκνευρίζομαι που ξαναβρήκα ένα κονσομασιόν μπαρ. Αυτά χάθηκαν κάπου στα τέλη της δεκαετίας του 80.


«Καλά! Εσυ χάνεις!»


«Δεν πειράζει, ας σε κερδίσουν άλλοι.Τόσοι περνάνε από δω».


Είχα αρχίσει ήδη να αισθάνομαι καλύτερα. Το κανονικό jack daniels με οδήγησε σε διάφορες σκέψεις επαγγελματικής στρατηγικής, σχεδίων για το άμεσο μέλλον ( το απώτερο δεν εχει νόημα ) και αναμνήσεων. Δεν πρόσεχα καν τα σκυλάδικα που ακούγονταν αφειδώς. Οι τύποι έφυγαν. Τρεκλίζοντας.


Μείναμε μόνοι.


«Θες να φύγω ε;΄»


«Από τη μια ναι αλλά από την άλλη που να πας στην ερημιά…»


Εντυπωσιάστηκα από την ευαισθησία: «Μπα, μια σταρ σκέφτεται και τους άλλους;»


«Για να σου πω, πολύ μου την μπαίνεις εσυ εντάξει;»


«Ας βρεθεί και κανας τέτοιος…»


«Δηλαδή τι νομίζεις;»


«Δεν νομίζω, πιστεύω πως επειδή γνωρίζεις ότι είσαι όμορφη κάνεις τους άλλους ότι θέλεις, συγκεντρώνεις βλέμματα και πόθους και το εκμεταλλεύεσαι. Για καλομαθημένη σε κόβω. Πολύ καλομαθημένη…»


«Αν ήξερες τι εχω περάσει…»


« Σιγά τι εχεις περάσει! Είδα το τούβλο που σου άφησαν αυτοί που έφυγαν, τι ανάγκη εχεις;»


«Σε αυτό το σημείο χαμογέλασε πικρά».


«Ποσο μακριά εισαι Leroy… δεν εχει νόημα, αστο…»


Εκει κατάλαβα πως εχει πολύ νόημα και επέμεινα.


«Πες μου. Αν εχεις ανάγκη για να μιλήσεις κάπου εγω είμαι η καλύτερη λύση. Αυριο φεύγω για την Αμερική, δεν πρόκειται να σε ξαναδώ ουτε να σε κουτσομπολέψω».


«Ναι, το εχω ανάγκη…» Σταμάτησε και με κάρφωσε. Αυτά τα σμαραγδένια μάτια μου έκοψαν τα πόδια. Αφου μου έκανε scan, μάλλον το πέρασα επιτυχώς.


Έβαλε ένα jack daniels στο μισοάδειο μου ποτήρι και ήρθε δίπλα μου. Χαμογέλασε. «Τσιγκούνη Αμερικάνε, στο κερνάω εγω!» Αιφνιδιάστηκα γιατι από τη μια είδα το σώμα της και τραντάχτηκα ψυχολογικά και από την άλλη έπρεπε να βρω μια καλή ατάκα.


Δεν βρήκα. Απάντησα με χαμόγελο.  


«Εχω παιδί», ξεκίνησε κάπως άβολα. «10 χρονών κόρη.  Αυτό που ντρέπομαι να λέω στον κόσμο ότι για να μάθω να αγαπώ την κόρη μου, πέρασα πολλά και πέρασε και αυτή μαζί μου. Δεν μιλάω για αυτό που λένε μητρικό ένστικτο. Αυτό για μένα δεν υφίστατο ποτέ. Μιλάω για την πραγματική αγάπη, αυτή που λέει ότι βάζω τον άλλο πάντα, παντού και για πάντα, πάνω από μένα.


Θυμάμαι τον πατέρα της κόρης μου να μου λέει στους πρώτους πρώτους μήνες της γνωριμίας μας ότι του αρέσουν οι αδύνατες κοπέλες και έπειτα θυμάμαι ένα ολόκληρο καλοκαίρι κατά τη διάρκεια του οποίου έτρωγα ένα γεύμα την ημέρα , δούλευα το λιγότερο 10 ώρες και κοιμόμουν λιγότερες από 6. 


Όταν κατάφερα και έχασα 6 κιλά , έμεινα έγκυος…γκαντεμιά!


Το συγκεκριμένο άνθρωπο τον ζήλεψα όσο κανέναν στη ζωή μου. Ήμουν η πρώτη γυναίκα με την οποία έκανε έρωτα, είχα προδικάσει λοιπόν το γεγονός ότι κάποια στιγμή θα αναρωτιόταν «πώς είναι το άλλο», το διαφορετικό από μένα ντε, και ήθελα τουλάχιστον να μη με πιάσει στον ύπνο. Έλεγα, αφού θα γουστάρει που θα γουστάρει άλλη (με μαθηματική ακρίβεια), τουλάχιστο να μην φανώ μαλάκας. Ο καημένος θα έχει ακόμα ψυχολογικά από τις ζήλειες μου. Υπέφερα όμως, πέρα από την πλάκα. Ζήλευα ακόμα και τις γυναίκες που βλέπαμε στην τηλεόραση. 


Καιγόταν ο εγκέφαλός μου από τις θεωρίες συνομωσίας και ο καημένος ήταν καλός σαν αρνί. Όχι ότι δεν αλληλοκερατωθήκαμε εν καιρώ, αλλά είχαμε πονηρέψει πλέον. 


Τότε τον κατηγορούσα άδικα.


Η αμέσως επόμενη μεγάλη μου σχέση είχε μία από τα ίδια. Ο καλός μου ήταν ένας γοητευτικός συνομίληκός μου που είχε πολύ πλούσια «προσόντα». Από τα 2 χρόνια της σχέσης μας, τους 18 μήνες τους περάσαμε ο ένας μακριά από τον άλλο. Τον τελευταίο χρόνο αυτός βρισκόταν Ρόδο και εγώ στην Κοζάνη. Του είχα πολλή εμπιστοσύνη. Κοιμόταν στο σπίτι της πρώην του ( που ένα φεγγάρι διετέλεσε γκόμενά του, προ αμνημονεύτων χρόνων βέβαια) η οποία είχε εδώ και χρόνια προαχθεί σε κολλητή του και δεν έτρεχε τίποτα. Με είχε πείσει ότι ήταν μονογαμικός και απόλυτα εγκεφαλικός σε ότι είχε να κάνει με το σεξ. Η πουτάνα η απόσταση όμως, είναι ένα θέμα. Να μην ξέρεις  μόλις κλείνεις το τηλ με τον καλό σου , αν αυτός γυρνάει στο μοναχικό του κρεβάτι ή αν τον περιμένουν 2 ξανθιές έκφυλες να εκμεταλλευτούν τα 22 εκατοστά που ανήκουν δικαιωματικά σε σένα…Το τελικό μπανγκ ήρθε όταν χτύπησε την πόρτα μου η κρίση πανικού αγκαλιά με την 
πολυαγαπημένη καταθλιψούλα…


Δεν ήθελε ούτε μπορούσε να με βοηθήσει ο κύριος…του χαλούσα την ψυχολογία…και εγώ τον έβλεπα να ζει και καλά, και  χωρίς εμένα και με τρέλαινε η ζήλια…»  


«κρίση πανικού και κατάθλιψη; Για ποιο λόγο;» τη ρώτησα σκεπτόμενος πως έκανε ένα αναπάντεχα δυναμικό άνοιγμα…


«Όταν έμεινα έγκυος και αποφάσισα να κρατήσω το παιδί (η αλήθεια είναι ότι αν οι δικοί μου δεν με στήριζαν , δε θα το έπαιζα τώρα και καλά ηρωίδα),  το έκανα χωρίς να έχω συναίσθηση της ιστορίας η οποία άρχιζε. Ήμουνα 20 χρόνων και δεν συνειδητοποιούσα τη μονιμότητα της κατάστασης…Τι κρατάει για πάντα όταν είσαι 20, μου λες? Ξαφνικά, ήμουν το επίκεντρο της προσοχής.. Αρνητικής προσοχής βέβαια τις περισσότερες φορές, αλλά έλεγα, δεν πειράζει, ο κόσμος τρέφεται από τις σάρκες σου και αυτό θα κάνει πάντα, αν έχουν μαγκιά αυτοί που τα λένε, ας φέρουν ένα παιδί στον κόσμο μόνοι τους και τα λέμε. Η εγκυμοσύνη προχώρησε μέσα σε ένα φρικτό κλίμα. Βρισκόμουν στο δεύτερο και τελευταίο έτος σε μια σχολή πληροφορικής και δεν μιλούσα καν με τον πατέρα της κόρης μου , που καθόταν 2 θρανία πίσω από μένα. Ήμουν μακριά από τους γονείς μου, πήγαινα σπίτι μόνο τα Σαββατοκύριακα, και ούτε θέλεις να φανταστείς τα βλέμματα των περαστικών όταν έβλεπαν μέσα στο λεωφορείο μια πιτσιρίκα με την κοιλιά μέχρι εκεί και με ένα σωρό μπαγκάζια χωρίς να έχει κάποιον άντρα δίπλα της , ή έστω κάποιον να τη βοηθάει. 


Έκανα ότι δεν έβλεπα και συνέχιζα.

Οι συμφοιτητές μου, που αριθμούσαν περί τα 100 άτομα, δε μου μιλούσαν. Όλοι είχαν σαστίσει. Ξέρεις όταν είσαι έγκυος , οι άνθρωποι σε κοιτάζουν με αμηχανία. Σε αντιμετωπίζουν σα να είσαι άρρωστη. Ίσως από αντίδραση σε αυτή την ηλίθια νοοτροπία, έβγαινα έξω μέχρι να γίνω 6 μηνών, έκρυβα την – ούτως ή άλλως μικρή κοιλιά μου- και χόρευα σα να μην υπήρχε αύριο. 


Ο διευθυντής της σχολής έκανε ότι μπορούσε για να φύγω. Βλέπεις , στους κανονισμούς της σχολής δεν προβλεπόταν τα μέτρα που έπρεπε να παρθούν για μια κατάσταση σαν τη δική μου, και έτσι δε μπορούσε να με διώξει. Μπορούσε όμως να μου κάνει ανοιχτά πόλεμο, να με βρίζει μπροστά στον κόσμο, να με αγνοεί, να με κοιτάει απαξιωτικά. Του πρόσβαλα την αισθητική του βλέπεις, έτσι με την κοιλιά όπως ήμουνα.


Στα λέω όλα αυτά για να  καταλάβεις με τι ψυχολογία αντιμετώπισα όσα ήρθαν μετά τη γέννηση του μωρού. Με τον πατέρα της μικρής αρχίσαμε να ξαναμιλάμε μόλις άρχισα να φουσκώνω. Μοιραία, κάναμε σεξ. Και με κάθε ευκαιρία το ξανακάναμε. Για τους άλλους δεν έτρεχε τίποτα μεταξύ μας. Το δεχόμουν γιατί ήταν η μόνη ευκαιρία να μου δείξει κάποιος λίγη τρυφερότητα. Όταν βρισκόμουν στον όγδοο μήνα, ήρθε ένα βράδυ μεθυσμένος και εγώ ανταποκρίθηκα. Όταν του είπα ότι με πονούσε, δεν άκουσε. Όταν του ζήτησα να σταματήσει , δεν το έκανε. Μόλις τελείωσε, άρχισε το αίμα. Μεγάλες σταγόνες που έσκαγαν πάνω στο πάτωμα, κυλούσαν στα πόδια μου και λέρωναν τις παντόφλες μου. Η ώρα ήταν 2 τη νύχτα. Ο γιατρός στην Κοζάνη. 


Εγώ ημουν τότε στην Αλεξανδρούπολη. «Πάρε ένα ταξί, μου λέει, και πήγαινε στο νοσοκομείο».
Έμεινα 3 βδομάδες στο νοσοκομείο. Επειδή δεν υπήρχε κρεβάτι στην Εντατική, με αφήσαν 4 μέρες σε ένα θάλαμο απέναντι από την αίθουσα τοκετού. Το πρώτο βράδυ δεν κοιμήθηκα. Άκουγα τις γυναίκες να γεννάνε και έκλαιγα από το φόβο μου…Οι γονείς μου ήρθαν άρον άρον, αλλά δεν μου πήραν το μωρό, και έτσι ,μη μπορώντας να κάνουν κάτι, έφυγαν. Έμεινα μόνη…Μου δώσαν ένα φάρμακο για τις συσπάσεις που μου έφερνε σπασμούς. 


Τις πρώτες μέρες δεν μπορούσα να πιάσω τίποτα.. Τρεις βδομάδες μετά ο οργανισμός μου το είχε πλέον συνηθίσει και απόμεινε ένα μικρό , ανεπαίσθητο τρέμουλο… Γαμώτο, δε θέλω όλο αυτό να ακούγεται μελό. Ηταν δύσκολα, αλλά είμαι σίγουρη ότι υπάρχουν άνθρωποι που έχουν περάσει απείρως δυσκολότερα. Αν τυχόν διαπιστώσεις να κομπάζω, σε παρακαλώ , ρίξε μου ένα χαστούκι για να συνέλθω…»


«Συνέχισε» της είπα και ένοιωσα την περιέργεια να με κυριεύει.


«Τέλοσπάντων, με αυτά και με κείνα ήρθε η ώρα της γέννας. Δεν θέλω να γίνω γραφική και να 
περιγράψω τον πόνο και όλες αυτές τις άβολες λεπτομέρειες της διαδικασίας του τοκετού. Έβγαλα από μέσα μου ένα γατάκι 2.700 κιλών και δεν μπορούσα να σταματήσω να βρίζω. Από κούραση, από θυμό, ακόμα δεν έχω  καταλάβει το γιατί. Με το ζόρι τη φίλησα, μου τη φέραν μέσα στα μούτρα για να τη δω.


Και τότε άρχισε ο γολγοθάς. Σιχάθηκα τον εαυτό μου. Επεσα σε κατάθλιψη η οποία με μάγκωσε για σχεδόν δυο χρόνια.


Η μικρή έκλαιγε συνέχεια. Συνέχεια όμως. Εγώ πλέον δεν ήμουν σαν τις συνομίληκές μου. Δε με απασχολούσε πια τι φούστα θα βάλω το βράδυ, αν ο τάδε με αγαπάει, που θα πάω διακοπές το καλοκαίρι και όλα αυτά τα δίχως έννοιες πράματα που σκέφτονται οι 20χρονες. Τα βράδια ξάπλωνα δίπλα της και κάθε λίγο ανασηκωνόμουν για να δω αν αναπνέει. Και έκλαιγα από τρόμο, γιατί έλεγα πως αν πάθει κάτι αυτό το πλασματάκι, θα φταίω εγώ. Ξυπνούσα κάθε 3 ώρες για να θηλάσω. Μέχρι να με ξαναπάρει ο ύπνος , έπρεπε να ξαναξυπνήσω. Περνούσα ότι κάθε καινούρια μαμά. Άλλα το βάρος στους ώμους μου το ένιωθα αβάσταχτο. Τελικά δεν ήθελα να είμαι η μαμά κανενός. Αλλά έβγαζα το σκασμό γιατί ήταν επιλογή μου. Ημουν τρελή από θυμό με τον εαυτό μου. Και ο θυμός έβγαινε σε ότι με περιέβαλλε. Στους γονείς μου, στην κόρη, στους (λιγοστούς) εναπομείναντες φίλους μου…Αφόρητη οργή…Καλά να πάθω, έλεγα. Δεν τολμούσα όμως να μιλήσω σε κανένα. Ποιο τέρας δεν αγαπά το ίδιο του το παιδί; Λες και έφταιγε αυτό που το έφερα στον κόσμο. Και όμως, μέσα στο θολωμένο μου μυαλό, αυτό έφταιγε. Δεν ξέρω πώς να στο εξηγήσω. 


Ήμουν άρρωστη. Θέλησα να πηδήξω από το μπαλκόνι για να μην υπάρχει ένα τέρας σαν και μένα στον κόσμο. Με προλάβανε. Είχα ήδη περάσει τα κάγκελα και κοιτούσα κάτω σα χαζή…
10 χρόνια μετά, νιώθω πολύ περήφανη για μένα που κάνω το αυτονόητο…Αγαπώ την κόρη μου και είμαι υπεύθυνη για αυτήν, μου λείπει όταν δεν την έχω κοντά και θέλω να την βοηθήσω να γίνει ένας ελεύθερος άνθρωπος, ελεύθερος από κάθε κόμπλεξ και κάθε φόβο.


Χρειάστηκε να αυτοεξοριστώ στην Γαλλια  για 8 μήνες χωρίς να ξέρω να λέω ούτε καλημέρα στα γαλλικά… Χρειάστηκε να την αποχωριστώ για 8 μήνες και να δουλεύω εξαντλητικά για να μη σκέφτομαι και να πάρω 14 κιλά για να το πάρω απόφαση να γυρίσω και να αντικρίσω ένα μεγάλο πλέον παιδάκι που δεν έφευγε με τίποτα από την αγκαλιά μου και ας μην ήξερε ποια ήμουν καλά καλά…


Οι τύψεις που με τυράννησαν για 3-4 χρόνια, μου κόστισαν την κρίση πανικού που έπαθα μετέπειτα. Τιμώρησα άπειρες φορές τον εαυτό μου, μέχρι που τον συγχώρησα. Πλέον είμαι μια κανονική μαμά. Εμ…όχι και τόσο κανονική. Είμαι νεότερη από τις μαμάδες των συμμαθητών της κόρης μου , είμαι πιο όμορφη (έτσι τουλάχιστο ισχυρίζεται η κόρη μου), δε φοράω βέρα στο χέρι μου, και έχω 4 τατουάζ. Big deal. Το μωρό με κοιτάζει στα μάτια και μου έχει εμπιστοσύνη. Λες και επειδή πιστεύει αυτή σε μένα, μου δίνει δύναμη να πιστεύω και εγώ περισσότερο στον εαυτό μου.


Σε κανένα δεν εύχομαι τέτοιο ψυχοφθόρο ταξίδι μέχρι να ανακαλύψει την ΑΓΑΠΗ. Είμαι πολύ τυχερή που έφτασα ως εδώ μέσα από ατέλειωτα λάθη, εγωισμό, επιπολαιότητα. ασθένεια. Ας βλέπουν οι άλλοι μια χαζή όμορφη γκόμενα  


What do they know?


Ήμουν πολλές φορές killer με τα αρσενικά. Ηθελα να έχω τον έλεγχο και να παίζω αρρωστημένα παιχνίδια εξουσίας. Από αυτά που παίζει κάθε γκόμενα όταν καταλάβει τι έχει μέσα στο βρακί της. Είμαι σίγουρη ότι κάθε αρσενικό έχει έστω και μια φορά στη ζωή του βρεθεί θύμα ενός τέτοιου παιχνιδιού και επίσης είμαι σίγουρη, ότι κατά βάθος απόλαυσε την κάθε στιγμή!


Παρόλα αυτά, υποστήριζα πάντα πως ότι κακό προξενείς στους άλλους έρχεται και σε βρίσκει. Και δεν έπεσα έξω ποτέ μου σε αυτό. Θεωρώ ότι έχω πληρώσει με αποτυχίες, τύψεις, σύγχυση, σπασμένα νεύρα και γενικότερα ψυχικό κόστος το κάθε χαιρέκακό μου γέλιο όταν έβλεπα ένα αρσενικό νικημένο. Αυτό βέβαια πρόκειται για μεγάλο κόμπλεξ( το να γουστάρεις να βλέπεις τον άλλο να σέρνεται για σένα και εσύ να τον κλωτσάς), αυτό της επιβεβαίωσης. Μεγάλωσα και έπαψα να μετράω την αξία μου με τέτοιους τρόπους.


Βρίσκομαι τώρα σε μια φάση που θέλω να κάνω μια καινούρια αρχή στη ζωή μου και να ξορκίσω από πάνω μου ό,τι με έχει καταπιέσει, ό,τι μου έχει αφαιρέσει την ταυτότητά μου , ό,τι δεν έχει σεβαστεί το ποια είμαι, ό,τι προσπάθησε να με ακυρώσει. Η αλήθεια είναι ότι φοβάμαι την αλλαγή. 


Φοβάμαι τις καινούριες αρχές γιατί παίρνουν από μέσα μου την αίσθηση της ασφάλειας.


Το να ξυπνάς και να μην έχεις τον άλλο δίπλα, εκεί που τον είχες συνέχεια. Από το μαζί να μετακομίσεις στο μόνη. Να βγεις στην αγορά νιώθοντας την ανάγκη να απωθήσεις κάθε άνθρωπο που σε πλησιάζει, από το φόβο ότι πάνω στο μετωπό σου αναβοσβήνει μια ταμπέλα που λέει «ψάχνεται».


Ζηλεύω τους ανθρώπους που δεν αναλώνονται στα σαχλά καθημερινά. Ανθρώπους που έχουν ακόμα τη διάθεση να φιλοσοφούν. Έχασα πολύ νωρίς τη δική μου διάθεση για φιλοσοφία και εσωτερίκευση. Εγινα πιο ρηχή για να έχω περισσότερο διαθέσιμο χρόνο. Ασχολήθηκα με τα χαζά και βολεύτηκα γιατί ήταν εύκολα, εύπεπτα, ευδιάκριτα. Πού να ψάχνεις για αλήθειες μέσα σου με αναμμένες λυχνίες; Ας ανάψουμε τους πολυελαίους και ας κάνουμε ένα πάρτυ…


Ας κάνουμε θόρυβο να μην ακούγεται το  γιατί μας, το γαμώτο μας…Με σιχαίνομαι.


Είμαι χαζή και εγωίστρια και φαντασμένη και κακομαθημένη και μου προκαλεί ευχαρίστηση όταν στο δρόμο μου πέφτουν άνθρωποι που προφανώς μπορώ να τους κάνω ότι θέλω. Όταν συναντώ ανθρώπους πιο ηλίθιους από μένα και πιο άσχημους από μένα και πιο χοντρούς από μένα, νιώθω μια άπληστη χαρά. Θέλω να ξεχωρίζω και είμαι διαθετειμένη να κάνω τα πάντα για αυτό. Αγαπώ τους προβολείς . Μια ανόητη πράξη αυτοπροβολής είναι όλα όσα είμαι. Νομίζω πως κάτι κάνω και εγώ…Πως κάποια είμαι.


Συγχώρεσέ με για όλη αυτή την αλαζονεία Συγχώρεσε και αυτό το ανήλεο μαστίγωμα, αλλά είμαι αφόρητα θυμωμένη με τον εαυτό μου. Αν πρόκειται να είμαι σκληρή με τους άλλους οφείλω πρώτα να είμαι σκληρή με μένα. Συγγνώμη. Συγγνώμη».


«Δεν πειράζει, της απάντησα, αύριο θα είσαι καλύτερα και μπορεί να εχεις ξεχάσει αυτά που μου είπες.»


«Δεν τρώγεσαι ρε Αμερικάνε, σου ανοίγω την ψυχή μου και με δουλεύεις;»


«Δεν σε δουλεύω αλλά ξέρω πως αν αυτά που μου λες δεν είναι ξέσπασμα αλλά βιωματικές απόψεις για τη ζωη, αυτή τη στιγμή δεν θα ησουν εδώ.


Θέλω όμως να σε ρωτήσω πως όταν εχεις τον κόσμο δικό σου, φοβάσαι;»


«Έχω υπάρξει φοβερά ανασφαλής. Η ανασφάλεια είναι μια αρρώστια που κανένας άλλος δε μπορεί να στη γιατρέψει , παρά μόνο εσύ ο ίδιος, αφού θα έχεις φτάσει στον πάτο και θα έχεις φτύσει τον εαυτό σου για τη μιζέρια του.


Μετά το δύσκολο ταξίδι της αυτογνωσίας που χρειάστηκε να κάνω λόγω της ψυχολογικής μου διαταραχής, μπορώ πλέον να πω ότι έχω καταπολεμήσει αρκετή από την ανασφάλεια που με τρέλαινε. Δεν είμαι αρκετά καλή, αρκετά όμορφη, αρκετά έξυπνη για αυτόν, έλεγα…και θύμωνα. Και από το θυμό μου γινόμουν επιθετική και δηκτική. Κάλυπτα τα κόμπλεξ μου κάνοντας τους άλλους να νιώθουν άσχημα…Για λίγο, ένιωθα καλύτερα. Ενιωθα πως τους νικούσα. Έπρεπε να είμαι πάντα δυνατή, ποτέ να μη λυγίσω, ποτέ να μην κλάψω μπροστά σε αρσενικό…Για περίπου 2 χρόνια είχα επιβάλλει στον εαυτό μου την παντελή απουσία εξωτερίκευσης συναισθημάτων τέτοιων που να σου προκαλούν δάκρυα..Όχι μόνο στις σχέσεις μου. Και στους φίλους , και στη δουλειά. Κάποιες φορές έκλαψα από νεύρα. Αλλά αυτό ήταν.


Όταν άρχισα να συνέρχομαι λοιπόν, με βοήθησε ο θεος και βρήκα τον εαυτό μου…Για πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωσα περήφανη για μένα. Ενιωσα ότι δεν είμαι αποτυχημένη σαν άνθρωπος, σαν μητέρα, σαν κόρη, σαν φίλη , σαν αδερφή. Ένιωσα ότι ακόμα και αν πλήγωνα , έστω άθελά μου,κάποιον, αυτό δε με έκανε αυτόματα τον φριχτό άνθρωπο που πίστευα πως είμαι. Θεώρησα ότι για να καταφέρω να νικήσω αυτή την αρρώστια , είμαι ένα αξιόλογο άτομο…Άρχισα τη γυμναστική, άρχισα να τρώω υγιεινά, άρχισα μαθήματα ναυαγοσωστικής…Ήρθα πιο κοντά στο Θεό και στον εσωτερικό εαυτό μου…Πάντα με τους εγωισμούς, τα λάθη μου, τις ειρωνίες μου , αλλά πώς να στο εξηγήσω, με ένα άλλο touch, σα να ήξερα πια και να επέλεγα τη συμπεριφορά μου και όχι σα χαζοπούλι που χτυπάει το κεφάλι του στο τζάμι. Δεν φερόμουν άσχημα πλέον επειδή δεν είχα άλλη απάντηση στο κενό που ένιωθα μέσα μου…Και έκλαιγα σα μωρό παιδί με το παραμικρό, ακόμα και με τις διαφημίσεις…σα χαζή…


Δεν ισχυρίζομαι ότι πια δεν έχω κόμπλεξ.Άπειρα θα έλεγα. Απλά τώρα μπορώ να κάνω κάτι που δεν είχα κάνει ποτέ στην μέχρι τώρα ζωή μου: να κοιτάξω στον καθρέφτη μου και να πω «φτου σου κοπελάρα μου, μια χαρά είσαι» και να το εννοώ. Και τώρα κατάλαβα τι περνούσαν αυτοί οι φουκαριάρηδες στα χέρια μου. Και πλέον δεν μπορώ να βρίσκομαι δίπλα σε ανασφαλείς ανθρώπους γιατί ξέρω ότι αδυνατώ να τους εξηγήσω τον παραλογισμό που συμβαίνει στο μυαλό τους. Αδυνατούν και αυτοί να με καταλάβουν και επειδή ντρέπονται γιαυτό , γίνονται ακόμα πιο επιθετικοί. Οι επιλογές μου τα φέραν έτσι που είμαι όμως με έναν τέτοιο άνθρωπο. Και τι είμαι δηλαδή, είμαι και δεν είμαι. Και δεν θέλω και τον θέλω. Μάλλον με βολεύει.  Το καλό είναι πως είναι κεφάλι σε αυτόν τον τόπο και ετσι εχω την ησυχία μου. Ξέρω όμως πως όταν γυρίσω την πλάτη, οι γυναίκες με βρίζουν και οι άνδρες καβλώνουν».


«Πως γίνεται εσυ που εχεις εντρυφήσει τόσο στην ανασφάλεια να είσαι με έναν ανασφαλή;»


«Εκ των υστέρων το κατάλαβα αυτό. Οταν είσαι στα μέλια, η ζήλια του άλλου είναι από χαριτωμένη ως κολακευτική. Έρχεται η ώρα που καταντάει μαρτύριο και αναρωτιέσαι πώς θα δουλέψει αυτή η σχέση, πώς θα συνεχίσει. Γιατί θέλεις να συνεχίσει, είπαμε, αγαπάς, (ή έτσι νομίζεις, κατά τα λεγόμενά σου). Μετά ξέρεις είναι και η καλή ζωη τα δώρα και τα ταξίδια. Η κόρη μου μεγαλώνει με εφόδια.


«Εδώ γιατί δουλεύεις;»


Είναι δικό του το μπαρ. Οπότε είμαι μια χαρά. Ολοι βολευόμαστε. Εγω γιατί κάτι κάνω. Οσες φορές δούλευα ως υπάλληλος μου την έπεφταν και έφευγα. Εδώ τον έπεισα γιατί ξέρω ότι δεν πρόκειται να με πειράξει κανένας. Κανείς δεν θα τα βάλει μαζί του. Από την άλλη, ολοι έρχονται για πάρτη μου μπας και τους κάτσω. Ξέρω ότι εχουν βάλει στοιχήματα για μένα. Μου την πέφτουν με τρόπο και δεν μπορεί να τους πει ο δικός μου λέξη γιατί είναι μπαρ. Ούτε βέβαια του μεταφέρω τι ακριβώς μου λένε γιατί δεν θα πάταγε κανείς!


Από την άλλη τους τα παίρνω χοντρά. Με πληρώνουν για να μου μιλήσουν. Ετσι υπάρχει μια λεπτή και θαυμάσια ισορροπία!»


«Οι γονείς σου είναι μακριά;»


«Όχι πολύ»


«Πως τα πάτε;»


«Η κόρη μου έλειπε 2 βδομάδες στην οικογένεια του μπαμπά της και ήρθε χτες. Από χτες λοιπόν έχουμε το ίδιο τροπάρι: «ασχολήσου με το μωρό, πήγαινέ την εδώ , πήγαινέ την εκεί, το μωρό, αμάν μην πάθει κάτι το μωρό», και μια λοιπή υστερία. Και της λέω, αμάν με την επανάληψη ρε μάνα, το ξέρω, αυτονόητο είναι, το μωρό έλειπε μέρες και πρέπει να της δώσω λίγη παραπάνω προσοχή. Ωραία, τι να κάνουμε τώρα, να υστεριάσουμε όλοι μαζί μην τυχόν του δημιουργήθηκαν του παιδιού ψυχικά τραύματα που έλειπε τόσες μέρες, ή να μου επαναλαμβάνεις πρωί μεσημέρι βράδυ πόσο σημαντικό είναι να ασχοληθώ με το παιδί; Δηλ, τι γίνεται, είμαι 10 χρονών και πρέπει να μου επαναλαμβάνεις το ίδιο πράγμα μην τυχόν το ξεχάσω; Ελεος!


Φυσικά μόλις της βάλω τις φωνές, (γιατί είπαμε, μια δυο τρεις, ε , μετά τα θέλει ο οργανισμός της) , ξεκινάει  άλλο τροπάρι με ύφος κλάψας : καλά, συγγνώμη που νοιάζομαι, και πάντα εγώ κάνω λάθος , και (άκουσον  , άκουσον) γιατί με μισείς τόσο…Βρε μάνα, δε σε μισώ, σου λέω μπάστα, φτάνει, είπες αυτό που ήθελες, τί φοβάσαι, μη σηκωθώ και φύγω μέσα στη νύχτα και σου μείνει το παιδί αμανάτι;»


«Μου είπες πριν από λίγο ότι έπαθες κρίση πανικού, θέλεις να μου μιλήσεις για αυτό;»


«Τόσα σου εχω πει Leroy, εδώ θα κολλήσουμε;»


«Ενα μεγάλο κομμάτι της ευθύνης το έχει η μητέρα μου. Εκείνο τον καιρό βρισκόμουν στην Αθήνα 
προσπαθώντας να στήσω το υποκατάστημα της εταιρίας που δούλευα. Χωρίς να υπερβάλλω, είχα κάθε μέρα τουλάχιστον 3 μηνύματα στο κινητό που μου λέγανε πόσο κακή μάνα είμαι, και πόσο κακό κάνω στο παιδί μου που είμαι μακριά και τι τραύματα θα αποκτήσει το παιδί και γιατί βάζω τη δουλειά πάνω από το σπλάχνο μου και πολλά τέτοια, με διαφορετική σειρά κάθε φορά για να έχουμε και ποικιλία. Ρε μάνα, της έλεγα, σε παρακαλώ, έχω το άγχος μου , έχω τη δουλειά, δουλεύω 15 ώρες τη μέρα, προσπαθώ να καταφέρω κάτι, μη με φορτώνεις έτσι, μη με γεμίζεις τύψεις, για μας προσπαθώ να πετύχω, δεν κάθομαι εδώ για πλάκα, ούτε με γκόμενους γυρνάω, ούτε στα μπαράκια τρέχω, for God’s sake, δουλεύω γαμώ το φελέκι μου, δεν κάνω διακοπές.


Τίποτα η μαμά. Λες και το ‘χε βάλει στοίχημα με τον εαυτό της πότε θα με ξεκάνει. Είχα τον πόνο μου, είχα την κούρασή μου, είχα τις απανωτές αποτυχίες, είχα το ψυχολογικό κόστος , είχα και τη μάνα μου που ήθελε να παίξει το ρόλο συνείδησης γιατί μάλλον πίστευε ότι ήμουν ασυνείδητη και όσο αυτή κρατούσε το μωρό, εγώ ξημεροβραδιαζόμουν σε εξωτικά πάρτι με κόκα και πλούσιους γέρους στα βόρεια προάστια.


Δεν ήθελε πολύ. λίγους μήνες μετά είχα το πρώτο μου επεισόδιο, του οποίου 3 χρόνια μετά, θυμάμαι ακόμα και την παραμικρή λεπτομέρεια και επιμένω πως ήταν ότι πιο τρομακτικό έχω βιώσει μέχρι τώρα στη ζωή μου. Φυσικά δεν έφταιγε μόνο αυτή. Αλλά , πίστεψέ με, έκανε ότι μπορούσε για να με επιβαρύνει. Και μέχρι τώρα, μετά από όλα αυτά που πέρασα (και αναγκαστικά και αυτή μαζί μου), επιμένει να μη σταματά να με πιέζει. Και από τη μία θυμάμαι το τεράστιο χρέος που της έχω και δεν μιλάω όπως θέλω, από την άλλη μπουκώνω και μαζεύω μέσα μου και πιστεύω πως κάποια στιγμή θα ξεσπάσω και θα γίνει της πουτάνας.


Μπαίνω στη θέση της και καταλαβαίνω πως στα χρόνια της οι γυναίκες δεν είχαν άλλη ασχολία και άλλη έννοια, παρά μόνο να μεγαλώσουν τα παιδιά τους. Δεν είναι πλέον όμως έτσι τα πράγματα. Πες με εγωίστρια, αλλά θεωρώ πως αν δεν είμαι εγώ καλά, δεν μπορώ να κάνω καλά κανέναν που να με χρειάζεται. Για αυτό πρέπει να φροντίζω την ψυχολογία μου, για να μην ξεσπάω σε άλλους που δε μου φταίνε τίποτα. Χρειάζομαι χρόνο για μένα, χρειάζομαι ενέργεια για να φροντίσω τον εαυτό μου και αυτά τα διεκδικώ. Ε, δε θέλει πολύ. Σε ακούει μια γυναίκα που έδωσε την ψυχή της για τα 2 παιδιά της και σε καταδικάζει σε νυν και αεί γκρίνια μετά συνοδείας παραπόνου και κλάψας, εις τους αιώνας των αιώνων, αμήν».


«Εχεις αδερφό;»


«Αδερφή».


«Πως τα πάτε;»


«Η μέρα με τη νύχτα».


«Δηλαδή;»


«Σε ένα μήνα παντρεύουμε την αδερφή μου. 24 ετων από τα γεννοφάσκια της αυτό που λέμε «κορίτσι για σπίτι». Το άκρως αντίθετο από μένα δηλαδή. Μέχρι να μεγαλώσει ήταν άχρωμη, άοσμη, αόρατη. Υπήρχαν πιο δυναμικές προσωπικότητες στην οικογένεια και η αδερφή μου δεν ακουγόταν καν. Δεν γκρίνιαζε, δε μάλωνε, αφομοιωνόταν εύκολα. Αθόρυβη. Μόλις πάτησε τα 17 γνώρισε έναν τύπο και πάνω στα 2 χρόνια σχέσης τον αρραβωνιάστηκε. Ήθελε να παντρευτεί. Να κάνει παιδιά. Δεν την ένοιαζε με ποιον. Ο τότε αρραβωνιαστικός της ήταν σαφώς κατώτερός της. Εμφανισιακά τουλάχιστο. Ολοι βλέπαν την αδερφή μου και λέγαν κρίμα το κορίτσι. Εμένα δε με πείραζε τοσο αυτό, όσο ο χαρακτήρας του. Τσιγκούνης, αυταρχικός και χωριάτης. Η αδερφή μου πρόβατο όπως ήταν, δε μιλούσε. Τρελαινόμουν από τα νεύρα. Κάποια στιγμή όμως το δέχτηκα 


Αφού τον θέλει αυτή, ας τον παντρευτεί. Ο καθένας είναι άξιος της μοίρας του. Κάποια στιγμή, μετά από 3 χρόνια, η αδερφή μου έπιασε δουλειά, πήρε αμάξι και άρχισε να είναι πιο ανεξάρτητη. Ο άλλος τσίνισε. Δεν αργήσαν να το διαλύσουνε. Δε θα ξεχάσω ποτέ την αδερφή μου να λέει κλαίγοντας, «και ποιος θα γυρίσει να με κοιτάξει;».


Μια κούκλα 1,75 μελαχροινή να έχει μηδενική αυτοπεποίθηση. Λογικό. Τόσα χρόνια κρέμεσαι από ένα μαλάκα, φεύγεις από το σπίτι σου, εξαρτάσαι απόλυτα από αυτόν (αφού δε δουλεύεις) , φτιάχνεις το σπίτι σας και όταν όλα είναι έτοιμα, χωρίζεις γιατί δεν αντέχει να σε βλέπει έστω ελάχιστα χειραφετειμένη. Κόντευα να σκάσω. Από τη μία έλεγα καλά να πάθει, και από την άλλη την πονούσα, αδερφή μου ήταν.


Δεν πέρασε ένα εξάμηνο, και η αδερφή μου γνώρισε τον μέλλοντα σύζυγό της. Είναι τραγικό , γιατί τη μία βδομάδα έλεγε ότι δεν μπορεί να κάνει κάτι μαζί του γιατί δεν την τραβάει και την άλλη ότι ήθελε να κάνει τα παιδιά του. Ο αρραβωνιαστικός της ήταν ένας τυχοδιώκτης με ένα τεράστιο χρέος στην τράπεζα από δουλειά που δεν του πήγε καλά, ο οποίος βρήκε την κότα με το χρυσό αυγό. Γυναίκα δημόσιο υπάλληλο, με δικό της αμάξι, με καλό μισθό, όμορφη και πάραπάνω από πρόθυμη να δεσμευτεί. Και ήταν αρκετά έξυπνος να καταλάβει ότι αν έριχνε το σωστο δόλωμα, θα την κατάφερνε. Το δόλωμα φυσικά ήταν  ο γάμος. Δυο μήνες μετά τη γνωριμία τους ανακοινωσαν σε ολους ότι θέλουν να αρραβωνιαστούν. Ένα χρόνο μετά παντρεύονται έχοντας στην πλάτη τους ( η αδερφή μου δηλαδη, μια και ο άλλος είναι ζωγραφισμένος στον Τειρεσία) ένα αρκετά μεγάλο χρέος στην τράπεζα. Και να πεις ότι είναι και κανένας όμορφος…Μια από τα ίδια.


Θα μου πεις ότι είμαι σκληρή και απόλυτη και ότι δεν έχει σημασία το οικονομικό στάτους ή η εξωτερική εμφάνιση για να αγαπήσεις κάποιον. Και θα σου πω ότι δεν τα έχω με κανέναν άλλο , παρα μόνο με την αδερφή μου. Οι άλλοι καλά κάνανε. Κελεπούρι η Σούλα. Και όχι καμια φεμινίστρια σαν και μένα. Πασάδες τους έχει τους άντρες της. Το χειμώνα, εγχειρισμένη στο γόνατο, και ο γαμπρός μου δε σήκωσε το χεράκι του να κάνει τίποτα μέσα στο σπίτι. Όλα έτοιμα του τα είχε.


Ξέρεις γιατί τρελαίνομαι; Γιατί θεωρώ εξωπραγματικό μια κοπέλα σαν τα κρύα τα νερά να έχει τόση λίγη αυτοπεποίθηση που να βολεύεται με το ελάχιστο προκειμένου να αποκατασταθεί. Που τη σήμερον ημέρα, μετά από τόσους αγώνες, τόση υποτίμηση, τόση καταπίεση που έχουμε δεχτεί , βρίσκονται ακόμα γυναίκες που μας χαλάνε την πιάτσα και επιτρέπουν σε κάτι ακαλλιέργητους χωριάτες να ενισχύουν την πεποίθηση τους ότι σε αυτό τον κόσμο οι γυναίκες ήρθαν για να γεννοβολάνε, να είναι υπηρέτριες και να υπακούουν στο θέλημα του αφέντη αντρός τους.


Οι γυναίκες γεννιούνται έχοντας το σύνδρομο του νυφικού. Δεν τις νοιάζει που , με ποιον, πότε. Ή τέλοσπάντων, που είναι διαθετειμένες να κάνουν την οποιαδήποτε υποχώρηση μπροστά στην μαγική ατάκα «θέλω να σε παντρευτώ». Που θέλουν να μαντρωθούν εθελοντικά, προκειμένου να ζήσουν μια ζωή γεμάτη υποχρεώσεις, λογαριασμούς, βαρεμάρα, έλλειψη φλερτ, και ενίοτε ξυλοφορτώματα και απιστίες. Δεν αιθεροβατώ. Ξέρω ότι γάμους σαν των γονιών μου δεν βρίσκει κανείς εύκολα. Και προτιμώ να μείνω μόνη , παρά να συμβιβαστώ με κάτι λιγότερο. Αν υπήρχαν περισσότερες σαν και μένα, θα αναγκάζονταν κάποιοι να ανεβάσουν κατά πολύ το επίπεδό τους προκειμένου να αποκτήσουν μια όμορφη σχέση και να μη νιώθουν κοινωνικά αποκλεισμένοι. Οσο κυκλοφορούν γυναίκες σαν την αδερφή μου, οι άντρες παίρνουν το μήνυμα ότι δεν χρειάζεται να ζοριστούν, να καλλιεργήσουν τον εαυτό τους, να διαβάσουν , να σουλουπωθούν, να αποκτήσουν επαγγελματικές φιλοδοξίες, να βελτιώνονται σαν άνθρωποι, σαν σύντροφοι και σαν εραστές για να έχουν δίπλα τους μια γυναίκα που να μετράει στην πιάτσα. Αφού μπορούν να την αποκτήσουν και με τα χάλια που έχουν. Όσο υπάρχουν Σούλες, εμείς οι πιο απαιτητικές (που απαιτούμε αυτά ακριβώς που είμαστε σε θέση να προσφέρουμε) , είμαστε καταδικασμένες να κυκλοφορούμε σε μια αγορά υπερφίαλων, εγωκεντρικών , ασουλούπωτων (από κάθε άποψη) αρσενικών. Και να χρειάζεται να απαντάμε στην κάθε θείτσα που μας ρωτάει γιατί δεν παντρευτήκαμε ακόμα. Και να μας κοιτάνε και παράξενα, γιατί λένε, να , η Σουλίτσα πώς παντρεύτηκε το κορίτσι;
Αρα, κάτι δεν παει καλά με σένα.


Ναι, κυρα Κατίνα μου. Κάτι όντως δεν πάει καλά με μένα. Είμαι δύσκολος άνθρωπος. Είμαι απαιτητική και εγωίστρια. Θέλω έναν άνθρωπο αντάξιό μου . Και έχω το θράσος να το δείχνω. Δεν μπορώ να συμβιβαστώ, όπως έκανες εσύ με το μπαρμπα Κίτσο. Που στον προξενέψανε και ο πατέρας σου του έδωσε και προίκα από πάνω, λες και ήσουν μοσχάρι, λές και δεν του δούλεψες σαν σκλάβα,λες και δεν του μεγάλωσες παιδιά. Για να ξημεροβραδιάζεται αυτός στο καφενείο και στα τσίπουρα, και να σου ρχεται σπίτι κουρούμπελο και αν αντιμιλούσες σού ριχνε και καμιά ξανάστροφη. Δεν μπορώ να είμαι σαν και σένα. Τρομερά εγωιστικό εκ μέρους μου. Δεν θα έχω ποτέ την ικανοποιήση να υπερηφανεύομαι  στον κόσμο για το  πόσα στερήθηκα και με τι κόπους μεγάλωσα τα παιδιά μου, που γίναν 2 μέτρα λεβέντες και πήγαν και στο πανεπιστήμιο και τώρα βγάζουν λεφτά με ουρά (άσχετα αν δεν έρχονται πιο να με δουν γιατί έχουν πολλές υποχρεώσεις). 


Θέλω να αποκτήσω ότι πιστεύω ότι μου αξίζει. Μπορεί τελικά να μη μου αξίζουν και τόσα πολλά και να έχω λανθασμένη εντύπωση για το που βρίσκομαι. Τη ζωή σου όμως κυρά Κατίνα, δεν τη ζηλεύω, ούτε και το μέλλον της αδερφούλας μου. Η ζωή είναι μικρή για να συμβιβάζεσαι και εγώ ήδη έχω περάσει το ένα τρίτο της. Δε θα περάσω τα υπόλοιπα δύο τρίτα (αν θέλει ο Θεός) με κάποιον που μου προσφέρει το παραμύθι του νυφικού για να αποκτήσει τζάμπα παραδουλεύτρα , νταντά και ερωμένη. Θέλω ίσες ευκαιρίες. Ιση αντιμετώπιση. Και αν το τίμημα για τα θέλω μου είναι να μείνω γεροντοκόρη, θα το αναλάβω συνειδητοποιώντας όλη την ευθύνη. Προτιμώ να ζω καλά με μένα παρά άσχημα με οποιονδήποτε άλλον».


«Μιλάς λες και είσαι μόνη σου…»


«Κατά βάθος είμαι. Πάντα ημουν».


«Και ο νυν;»


«Περνάμε καλά. Δεν με ζαλίζει. Δείχνει να με αγαπάει και μας φροντίζει».


«Καμια δυσκολία περάσατε μαζί;»


«Παραλίγο».


«Δηλαδή;»


«Πριν από λίγους μήνες. Είμαι έξω σε ένα κλαμπ με τη μικρή μου ξαδέρφη, πιωμένη ως ίθισται λόγω των ημερών.Ενας εκ των ιδιοκτητών, ο οποίος παρεπιπτόντως πηδάει την μεγάλη μου ξαδέρφη, μου την πέφτει. Βαριέμαι τις παπαρολογίες του και οδεύω προς την τουαλέτα. Βγαίνοντας τον βρίσκω στον προθάλαμο. Με αγκαλιάζει και παει να με φιλήσει,τον αρχίζω στις φάπες, του σκάω μια γονατια στα αρχίδια και μου ρίχνει μια στο κεφάλι και χτύπησα πίσω στα πλακάκια. Εφυγα βουρ για το νοσοκομείο, οπου έμεινα μέχρι το απόγευμα προληπτικά, εφόσον ζαλιζόμουν.Υπέγραψε η μάνα μου για να φύγω, για να μην κάνω πρωτοχρονιά εκεί μέσα.

Πήγα σε δικηγόρο για να κάνω μήνυση.Προκύπτει όμως ότι η μικρή μου ξαδέρφη δεν καταθέτει γιατι "δεν την αφήνει ο μπαμπάς της να μπλεχτεί σε τέτοιες ιστορίες", και η μεγάλη (στην οποία ο μαλάκας παραδέχτηκε τα πάντα από το τηλέφωνο την επόμενη μέρα), επίσης δεν καταθέτει για να μην ακουστεί ότι πηδιόταν με το μαλάκα, ούσα σε διάσταση με 2 παιδιά.

Παρεπιπτόντως, οι πάντες εκτός από τη μάνα μου αμφέβαλλαν για την ηθική μου, άλλωστε τι μπορεί να περιμένει κανείς από μια σαν εμενα με ένα εξώγαμο στη μικρή μας κοινωνία.Ο μαλάκας είναι εκεί έξω και γελάει θεωρώντας ότι τη γλιτωσε πολύ φτηνά, κι εγώ σαν έξοδο εχω μόνο το μπαρ μου. Επιπλέον, την ξαδέρφη μου, η οποία ήταν και κολλητή μου, έχει σβήσει από το χάρτη για μένα, όπως ήταν αναμενόμενο. Σε ότι αφορά τον δικό μου, τον γνώρισα λίγο μετά. Πήγα μαζί του γιατί φοβόμουν τη μοναξιά και γιατί αισθανόμουν απειλή. Εδώ είναι δυνατός και θέλω να ζήσω».


«Πως αντέδρασε όταν του διηγήθηκες την ιστορία»


«Πολύ ψύχραιμα. Δεν το περίμενα. Φαντάστηκα ότι ήθελε να με κερδίσει αυτός για να ξεχάσω και προσπάθησε πολύ για μένα. Αργότερα εμαθα πως με τον μαλάκα είναι παιδικοί φίλοι και εχουν κάνει δουλειές μαζί στη νύχτα. Εδωσα τόπο στην οργή. Είχα κερδίσει την ησυχία μου. Δεν μπορώ να πω, με φρόντισε. Ωρες ωρες πάντως δαγκώνομαι οταν με αγγίζει, κι όταν με φιλάει θέλω να τον χτυπήσω». «Και τώρα; Πως κυλάει, πως βλέπεις τη ζωή σου;» «Βρίσκομαι λοιπόν, στα τριάντα, ωρες ωρες νοιώθω χωρίς αξιοπρέπεια, χωρίς φίλες, χωρίς γκόμενο που να τον εχω καψουρευτεί και κρατιέμαι να μην πάρει χαμπάρι το παιδί, ενώ το μόνο που εντελώς εγωιστικά εύχομαι, είναι να εξαφανιστώ για 2 μήνες κάπου που δε με ξέρει κανείς και να βρώ όλο το χώρο και το χρόνο να γλείψω τις πληγές μου και να επιστρέψω πιο δυνατή. Αντ'αυτου, περιφέρομαι σα ζόμπι, πηγαίνω στη δουλειά, τρώω, μιλάω, κάνω έρωτα χωρίς να καταλαβαίνω και πολλά.Οι μόνες στιγμές που βάζω τα δυνατά μου, προσεύχομαι στο θεο και ξεχνιέμαι αρκετά είναι όταν ασχολούμαι με την κόρη μου».


 «Εχεις αναφέρει τη λέξη Θεος 2-3 φορές. Σημαίνει κάτι για σένα ή ετσι το λες;»


«Προέρχομαι από μια οικογένεια θρήσκων. Η μητέρα μου ζούσε από παιδί κοντά στην εκκλησία και ήθελε να γίνει μοναχή ένα φεγγάρι. Ο δάσκαλος της την απέτρεψε λέγοντάς της πως δεν κάνει για μοναχή , αλλά για οικογένεια. Παντρεύτηκε λοιπόν στα 29 της, μεγαλοκοπέλα για την εποχή της, και όπως κατάλαβες, παρθένα.


Ο πατέρας μου ήταν ένα παλικάρι 25 χρονών από μια πάμφτωχη οικογένεια, ο οποίος σα χαρακτήρας ήταν πρόσφορο έδαφος για να στραφεί κοντά στο Θεό και να φτιάξει μια οικογένεια, αψηφώντας τη μάνα του που δεν ήθελε την δικιά μου για νύφη.


Εκαναν 2 παιδιά. Από μικρή θυμάμαι να τρέχουμε στις εκκλησίες και –κυρίως- στα μοναστήρια. Χριστιανικές κατασκηνώσεις, κατηχητικά, όλα στο πρόγραμμα. Ειρωνικό αν σκεφτεί κανείς την μετέπειτα πορεία μου. Αρχηγός σε όλα αυτά η μάνα μου. Ο μόνος τομέας στον οποίο φάνηκε δυναμική, γιατί τα υπόλοιπα τα κουμαντάριζε ο μπαμπάς.


Όπως θα περίμενε κανείς, πέρασα μια παρατεταμένη και έντονη εφηβεία. Αμφισβήτησα, πλήγωσα, δοκίμασα τα όρια. Τα δικά μου, των ανθρώπων που με περιστοίχιζαν , και φυσικά, του Θεού. Για λίγα χρόνια Τον είχα παραμερίσει. Έκανα έρωτα στα 13 και φρόντισα η μάνα μου να το μάθει. Για 3 μέρες δε μου μιλούσε. Ο μπαμπάς , πιο διαλλακτικός, μου μιλούσε για την αντισύλληψη. Ακόμα μέχρι σήμερα, η μάνα μου με παρακαλάει να παντρευτώ, όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά για να μπορέσω να κοινωνήσω. Λόγω σεξουαλικών σχέσεων βλέπεις, διαπράττω θανάσιμο αμάρτημα.


Κάποτε επαναστατούσα απέναντι σε όλα αυτά. Τώρα που μεγάλωσα και έπηξε λιγάκι το μυαλό μου, βλέπω τα πράγματα πιο προσγειωμένα. Όταν έπαθα την πρώτη μου κρίση, μέχρι να πάω στους γιατρούς και να ψαχτώ και να καταλάβω τι μου συμβαίνει, άρχισα να βρίσκω παρηγοριά μέσα στις εκκλησίες. Έφευγα από το γραφείο στην Αθήνα, με το ταγιέρ και τις τακουνάρες μου-γαμώ τα εκζέκιουτιβ- και τρύπωνα μέσα στην εκκλησία και έκλαιγα μη μπορώντας να καταλάβω τι συμβαίνει. Ρωτούσα γιατί με τιμωρεί. Ένιωθα τρόμο, αληθινό, σχεδόν χειροπιαστό τρόμο. Και μόνο ζητώντας λιγάκι έλεος λυτρωνόμουν για λίγο,μέχρι το επόμενο επεισοδιο.


Πίσω στην πατρίδα, ο ψυχολόγος που άρχισε να με παρακολουθεί έλεγε να μην προσεύχομαι ότι αρχίζει η κρίση γιατί τότε θα αποδώσω την γιατρειά στο Θεό και όχι στον εαυτό μου. Τον κοιτούσα σα χαζή. Ποιος μπορεί να με βοηθήσει σε κάτι που είναι πάνω από τις δυνάμεις μου γιατρέ; Ο εαυτός μου είναι ένα μικρό φοβισμένο παιδί αυτή την περίοδο, και οι άνθρωποι προσπαθούν να είναι δίπλα, κάνεις όμως δεν ξέρει τι συμβαίνει μέσα μου. Μόνο Αυτός.


Άρχισα να πηγαίνω ξανά στην εκκλησία. Άρχισα να εξομολογούμαι και να το κάνω χωρίς ντροπή, καταννοώντας ότι μιλάω με γιατρό της ψυχής και πρέπει να τον βοηθήσω για να με βοηθήσει. Σε καμιά περίπτωση δεν έγινα στο ελάχιστο καλή Χριστιανή. Κάνω τη ζωή μου, σα νέα κοπέλα, και τις περισσότερες φορές με έντονο τρόπο. Ντύνομαι, βγαίνω, πίνω, φλερτάρω. Μέχρι εκει. Α, μόνο που δεν καπνίζω πια. Το ΄κοψα πριν από εναμισυ χρόνο. Κάπνιζα μανιωδώς από τα 13, για 16 χρόνια και το έκοψα μέσα σε 3 μέρες. Μου έκανε εντύπωση το πόσο εύκολο ήταν. Η μητέρα μου εκ των υστέρων μου είπε πως όταν το ανακοίνωσα στους δικούς μου, παρακάλεσε κάποιον μοναχό από πάνω να προσεύχεται για μένα. Ο ίδιος ήταν πνευματικά μαζί μου και τότε που έκανα την απόπειρα αυτοκτονίας. Κάποιος θα με πει αφελή, αλλά εγώ το έζησα και το πιστεύω. Και δεν υποστηρίζω τίποτα περισσότερο από αυτό που λέγεται βίωμα και εμπειρία.


Η εμπιστοσύνη στο Θεό είναι ένα δύσκολο πράγμα για ανθρώπους σαν και μένα. Ο αγχώδης άνθρωπος είναι control freak, σχεδιάζει τα πάντα, θέλει να ξέρει τις πιθανότητες αποτυχίας, ανησυχεί και αποκτά έλκος. Η εμπιστοσύνη προϋποθέτει να αφεθείς και να πεις «κάνε ότι Εσύ νομίζεις μαζί μου». Είναι από τα πιο δύσκολα πράγματα που καλούμαι να κάνω. Αυτό που ιδανικά θα ήθελα , θα ήταν να Τον αγαπώ τόσο ώστε να είμαι πάντα όπως με θέλει. Από επιλογή μου και όχι επειδή φοβάμαι την κόλαση- που τη φοβάμαι, κι όποιος πει το αντίθετο είναι ψεύτης.


Μιλάω για αυτό το θέμα απλά γιατί αυτά που νιώθω είναι απέραντα. Λένε  πως όταν ο μαθητής είναι έτοιμος, ο δάσκαλος εμφανίζεται. Εγώ υπήρξα έτοιμη, και ακολούθησα όχι σαν πρόβατο, αλλα βασισμένη στην δική μου εμπειρία. Όταν συναντώ ανθρώπους αδιάφορους πνευματικά λόγω του ότι έχουν κάνει μια ήσυχη ζωή και πιστεύουν ότι δεν έβλαψαν ποτέ κανένα, άρα τα έχουν καλά με το Θεό, (για τους αμαρτωλούς σαν και μένα ειμαι σχεδόν σίγουρη ότι θα βρούν το δρόμο αργά ή γρήγορα) ,εύχομαι να ζήσουν μια εμπειρία που να τους κάνει να στραφούν κοντά Του διψώντας, με λαχτάρα. Για να βιώσουν αυτό το γέμισμα που όμοιό του δεν υπάρχει μέσα σε κανένα σεξ, κανέναν έρωτα, κανένα ναρκωτικό, κανένα ποτό, κανένα μέρος και κανέναν άνθρωπο».


«Τι κρίμα, είπα…»


«Γιατί το λες αυτό;»


«Γιατί εχεις μια μορφή ευτυχίας» της είπα.


«Τι λες ρε Αμερικάνε, σε πείραξε το ποτό;»


«Το αυθεντικό jack daniels ποτέ δεν με πειράζει γλυκιά μου!»


«Αλλα;»


«Δεν εχεις προβλήματα. Ξέρεις τις απαντήσεις και τις λύσεις. Κανεις δεν μπορεί να σου δείξει 
τίποτα. Το θέμα είναι ότι τα αναγνωρίζεις που και που αλλά ακολουθείς τον ασφαλή δρόμο του μπαρ. Καλα τα λες. Μια χαρά. Ξέρεις.»


«Και μετα; Τι κάνεις μετά;»


Μείναμε σιωπηλοί.


Ημουν έτοιμος να τη ερωτευθώ όταν φώναξε:


«Ωπ! ξημέρωσε!»


Γύρισα και είδα τις πρώτες ηλιαχτίδες να περνάνε μέσα από τη τζαμαρία.


«Ναι, πρέπει να φύγω…» ψέλλισα. Δεν ήξερα τι αισθανόμουν. Σωματική κούραση, γοητεία, ψυχική φόρτιση, συναισθηματικό βάρος, ενθουσιασμό για την αναπάντεχη συζήτηση, ρε τι γίνεται στον κόσμο, τι μπορεί να κρύβει μια πολύ όμορφη γυναίκα, τι εξομολόγηση και αυτή, όλα και τίποτα, δεν ξέρω.


Εβγαλα να πληρώσω, δεν με άφησε. «Εγω πρέπει να σε πληρώσω κανονικά» μου είπε. Κοιταχθήκαμε πολύ έντονα για μερικά δευτερόλεπτα. Επρεπε να συνεχίσω.


Γύρισα και στο πρώτο μου βήμα  άκουσα ένα «Leroy!» Συνέχισα το βήμα μου αλλά μετά θυμήθηκα πως αυτοπαρουσιάστηκα και κοντοστάθηκα.


«Λυπάμαι πολύ που φεύγεις... Ισως να είναι καλύτερα που φεύγεις…. Με έκανες να αισθανθώ πολύ όμορφα…. Να περνάς όμορφα και αν ποτέ ξαναρθεις…» την τελευταία λέξη την έπνιξε μάλλον ενας λυγμός. Ηθελα να τη βγάλω από τη δύσκολη θέση και δεν ήθελα να την πιέσω. 


Χαμογέλασα, υποκλίθηκα ελαφρώς και βγήκα αμέσως έξω. Λίγο παρακάτω κατάλαβα σε ποια διασταύρωση είχα κάνει λάθος και έφτασα εξαντλημένος στο ξενοδοχείο χωρίς να καταλάβω τη διάρκεια της διαδρομής γιατι στο δρόμο το μυαλό μου ήταν στην κουβέντα μας.


Η τελευταία σκέψη που έκανα πριν κοιμηθώ ηταν πως δεν είχαμε καν συστηθεί….



6 Λογομαχιες:

Δημοσίευση σχολίου